Από το αρχείο Π&Δ: H τουρκική εισβολή στη Κύπρο, το απόρρητο ημερολόγιο του στρατηγού Μπεντρετίν Ντεμιρέλ

2
3125
Μοιραστείτε το άρθρο
  •  
  •  
  •  

Σε συνέχεια των ιστορικών μας αφιερωμάτων με αφορμή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 αναδημοσιεύουμε μία σειρά άρθρα από το αρχείο της Π&Δ κι όχι μόνο.

Ιστορικό άρθρο Π&Δ: ΚΥΠΡΟΣ 1974 ΑΤΤΙΛΑΣ 1

Αυτή τη φορά σειρά έχει το αφιέρωμα του Χ. Γεωργίου που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 145 της Π&Δ που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1997:

~~~~~~~~~~~~~~~

H TOYPKIKH ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ

H TOYPKIKH ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ: TO ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ TOY ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ BEDRETIN DEMIREL

Αφορμή για το παρόν αποτελεί η πρόσφατη έκδοση του εξαιρετικού βιβλίου του Ταξίαρχου Γεωργίου Σέργη «Η μάχη της Κύπρου». Το βιβλίο αυτό σίγουρα θα αποτελεί επί χρόνια σημείο αναφοράς για τις επιχειρήσεις στην Κύπρο, τις οποίες παρουσιάζει με αντικειμενικότητα και λεπτομέρεια. Εντύπωση όμως κάνει η έλλειψη στη βιβλιογραφία του, του «Ημερολογίου του Στρατηγού Μπετρεμτίν Ντεμιρέλ», που αποτελεί την κυριότερη πηγή πληροφοριών για τις
επιχειρήσεις, από την τουρκική πλευρά.

Του X. Γεωργίου

O στρατηγός Bedretin Demirel, Διοικητής της 39 Μεραρχίας Πεζικού που με έδρα την Αλεξανδρέττα, είχε ως κύρια αποστολή την εισβολή στην Κύπρο, ήταν γνωστός για τη σκληρότητα, αλλά και την ευθύτητά του. Λόγω της απόδοσής του στο πεδίο της μάχης προήχθη σε Αντιστράτηγο, και ανέλαβε τη διοίκηση του 11ου Σ.Σ. του σχηματισμού που εξετέλεσε τον «Αττίλα», μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων. Οι συχνές δηλώσεις του για τη μη ικανοποιητική απόδοση των τουρκικών Ε.Δ. κατά την εισβολή, και κυρίως για τη βύθιση του A/T Kocatepe από την τουρκική αεροπορία δημιούργησαν προβλήματα και στον ίδιο. Τα απομνημονεύματά του δημοσιεύθηκαν στην τουρκική εφημερίδα «Τζιουμχουριέτ», ένα χρόνο μετά το θάνατό του, στις 11.7.89 και αναδημοσιεύθηκαν στον ελληνοκυπριακό Τύπο.

Ιστορικές αναμνήσεις: Η επιστράτευση του 1974 όπως την έζησε ένας βετεράνος της εποχής

Ακολουθούν εκτεταμένες περικοπές από το ημερολόγιο του Τούρκου Στρατηγού, που φωτίζουν πολλά σημεία της εισβολής. Στις αναφορές αυτές έχουν κρατηθεί τα στοιχεία (ονόματα, τοπωνυμίες, σχόλια, επίθετα) όπως περιέχονται στο ημερολόγιο.

«Η 39η Μ.Π. τέθηκε σε συναγερμό το βράδυ της 15ης Ιουλίου μετά το πραξικόπημα του Σαμψών στην Κύπρο και η κινητοποίησή της ξεκίνησε το πρωί της 16ης. Πρώτα θα αποβιβάζετο το 50ο Σ.Π. Στις 16 Ιουλίου, μετά το μεσημέρι, πραγματοποιήθηκε μυστική σύσκεψη στο γραφείο του Διοικητή, στο Επιτελείο του 6ου Σ.Σ. των Αδάνων. Προήδρευσε ο στρατηγός Esref Akinci, Διοικητής του Στρατού Ξηράς. Καθορίστηκε κρυφά ότι η ημέρα της απόβασης θα ήταν οριστικά η 20ή Ιουλίου με βάση το σχέδιο απόβασης είχε συνταχθεί11 χρόνια πριν. Βασικά η 39η Μ.Π. δεν εθεωρείτο έτοιμη για να πραγματοποιήσει υπεράκτιο πόλεμο. Υπήρχαν ελλείψεις από πλευράς προσωπικού, οπλισμού και αναγκαίων μέσων. Τα αποσπάσματα που ήταν αναγκασμένα να παραμείνουν στις φρουρές και στα στρατόπεδα, μείωναν την πραγματική δύναμη των μονάδων, κάτι που δημιουργούσε σημαντικά κενά στη Μεραρχία. Όταν οριστικοποιήθηκε ότι η 39η Μεραρχία θα αναχωρούσε κατά ομάδες για τη Μερσίνα και Alata, και μετά θα διενεργούσε απόβαση στην Κύπρο, ορισμένοι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες διακατέχονταν από τόσο φόβο που δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν τις διαταγές. Υπήρχε προσωπικό που ήλθε στη Μερσίνα, χωρίς καλά καλά να πάρει την ατομική του εξάρτυση, ενώ στα αυτοκίνητα φορτώθηκαν πράγματα άχρηστα για πολεμικές επιχειρήσεις. Μεταξύ των αξιωματικών, οι πιο ψύχραιμοι ήταν ο Διοικητής του 14ου Σ.Π. συνταγματάρχης Hayni Ondul, ο Διοικητής της EMA επίλαρχος Alhan Tunecerik, και ο Διοικητής του τάγματος Υγειονομικού ταγματάρχης Ondev Surel.

O Διοικητής του 6ου Σ.Σ. αντιστράτηγος Nurettin Ersin ήταν πολύ ανήσυχος. Σύμφωνα με τα σχέδια, αυτός και το επιτελείο του θα μεταφέρονταν με ελικόπτερα το πρωί της 20ής Ιουλίου, σε μια τριγωνική περιοχή, μαζί με την Ταξιαρχία Κ/Δ. H οριστική τοποθεσία της ακτής της απόβασης δεν ήταν γνωστή. Έπρεπε να καθοριστεί μια μέρα πριν από την απόβαση από τους βατραχανθρώπους, υπό τη διοίκηση του πλωτάρχη Metin. Οι διοικήσεις των μονάδων που θα συμμετείχαν από αέρος στην απόβαση έπρεπε κατά συχνά διαστήματα να συναντιούνται και να συντονίζονται. Λόγω όμως αποστάσεως αυτό δεν έγινε. H αεραποβατική Ταξιαρχία ήταν στο Kayseri, η Ταξιαρχία Κ/Δ στο Bolu, ενώ οι μονάδες ελικοπτέρων στην Αγκυρα, Κωνσταντινούπολη και Ικόνιο. Μέχρι το βράδυ της 18ης Ιουλίου δεν υπήρχε διαταγή για την ακτή της απόβασης, ούτε και για το χρόνο και τρόπο πραγματοποίησής της. H επιλογή της ακτής της απόβασης αφέθηκε στην ευθύνη του Διοικητού της 39ης Μ.Π. και της Διοίκησης της αποβατικής δύναμης. Τελικά σε σύσκεψη που έγινε στις 18 Ιουλίου, στην οποία συμμετείχαν εγώ (στρατηγός Bedretin Demirel) ως Διοικητής της 39ης Μ.Π., ο αρχιπλοίαρχος Emin Aysan, διοικητής της αποβατικής δύναμης, ο ταξίαρχος Suleiman Tuncel, διοικητής της ταξιαρχίας Cakmak ‚, o Neset Ikiz, αντισυνταγματάρχης, διοικητής του συντάγματος αμφίβιων επιχειρήσεων, ο αρχιπλοίαρχος Necati Ulseven, ο επιτελικός ταγματάρχης Dundar Gurluoglu, ο επικεφαλής των βατραχανθρώπων πλωτάρχης Metin κ.ά., επιλέγηκε η ακτή Platini (Πεντεμίλι), 8 χλμ. δυτικά της Κερύνειας. Μετά την επιχείρηση είδαμε ότι τόσο από τακτικής όσο και από τεχνικής πλευράς, αυτή η ακτή ήταν η πιο κατάλληλη. Εν τω μεταξύ στη Μερσίνα επικρατούσε σύγχυση. Οι υπεύθυνοι των πλοίων δεν ανελάμβαναν την ευθύνη φόρτωσης και οι κυβερνήτες τους δεν ήξεραν ακριβώς τι θα εφορτώνετο σ’ αυτά, δηλαδή στα Bayraktar, Sancaktar, Ertugrul και το Erkin. Απορώ ακόμη και σήμερα για τον τρόπο που φορτώθηκαν τα αποβατικά εκείνες τις μέρες..

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, οι ανώτεροι αξιωματικοί της μεραρχίας δυσανασχετούσαν γιατί αντί του Υποδιοικητού της μεραρχίας, επικεφαλής του πρώτου κύματος τέθηκε ο ταξίαρχος Suleyman Tuncer. Αυτός ο ταξίαρχος δεν είχε υπηρετήσει στην Κύπρο και δεν ξαναέλαβε μέρος σε αποβατική άσκηση. O Tuncer τόνιζε πόσο δύσκολη θα ήταν η πραγματοποίηση της απόβασης. Εάν η απόβαση γινόταν στην Κερύνεια, θα μπορούσε εύκολα να επιτευχθεί σύνδεση των αποβατικών και των από αέρος μονάδων μας. Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα και το χωριό Τέμπλος, τα οποία βρίσκονταν στα χέρια των Τουρκοκυπρίων αγωνιστών, θα διευκόλυναν και θα υποστήριζαν την ενοποίηση των μονάδων μας.„ Γνωρίζαμε ότι η εκπαίδευση των εχθρικών μονάδων σε σύγκριση με μας υστερούσε, όπως και ο οπλισμός τους. Ακούσαμε από αξιωματικούς μας που υπηρέτησαν στην Κύπρο ότι τα παλιά ρωσικά άρματα T-34 που είχαν, όταν έκαναν ασκήσεις, έμεναν στο δρόμο. Το κυριότερό μας πλεονέκτημα όμως ήταν ότι συλλαμβάναμε τον εχθρό απροετοίμαστο. Σαν αποτέλεσμα του πραξικοπήματος, η Ε.Φ. ήταν διεσπαρμένη σ’ ολόκληρο το νησί, ενώ οι πιθανές ακτές απόβασης αφέθηκαν αφύλακτες. H μεγαλύτερή μου ανησυχία ήταν η αποτυχία της απόβασης λόγω επέμβασης αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων του εχθρού με δυνάμεις από την Ελλάδα. H αποβατική δύναμη ακολούθησε πορεία προς το ακρωτήρι Karpaz και μετά γύρισε προς τις ακτές της Κερύνειας. H κίνηση αυτή προκάλεσε σύγχυση στις ελληνοκυπριακές δυνάμεις. Τα πρώτα κύματα της Ταξιαρχίας Cakmak αποβιβάστηκαν στην ακτή στις 08.00, χωρίς καθόλου εχθρικά πυρά. Όμως ο εχθρός μετά το τρίτο κύμα, άρχισε να συγκεντρώνει στην παραλία πυροβολικό και όλμους και έτσι η ομάδα μάχης του 50ού Σ.Π. αναγκάστηκε ν’ αποβιβαστεί χωρίς τάξη. [Σ.Σ. Οι δυνάμεις της Ε.Φ. στην περιοχή ήσαν ασθενείς. Το 251 Τ.Π. Της Κερύνειας εκτός του ότι υπέστη απώλειες από τις αεροπορικές επιδρομές, είχε τους δύο λόχους του αγκιστρωμένους στα βόρεια όρια του θύλακα Λευκωσίας-Αγύρτας. Στην περιοχή του προγεφυρώματος έστειλε ένα λόχο πεζικού, τον Λ.Υ.Τ. και τον Λ.Δ. και τέσσερα άρματα T-34/85. H 182 Μ.Π.Π. έταξε μόνο 8 από τα 12 πυροβόλα 25 λιβρών που διέθετε, λόγω ελλείψεως ή βλάβης των ρυμουλκών της. Ενώ η 190 Μ.Α.Τ.Π. έχασε τα 6 από τα 18 πυροβόλα 76mm της γιατί έπεσαν σε ενέδρα τμήματος ασφαλείας (των Τούρκων). Παρά ταύτα στις 10 π.μ. αυτές οι ασθενείς δυνάμεις ανάγκασαν τις δυνάμεις του προγεφυρώματος να λάβουν αμυντική διάταξη. Ενώ το πυροβολικό με εύστοχα αλλά δυστυχώς σποραδικά πυρά παρεμπόδισε την εκφόρτωση των αρμάτων και του πυροβολικού (των Τούρκων), και προκάλεσε σημαντικές απώλειες].

Ιούλιος 1974: Ο άγνωστος πόλεμος του Κρατικού Εργοστασίου Αεροσκαφών

Το γεγονός είναι ότι μόνο δύο από τα αποβατικά μπόρεσαν να προσεγγίσουν και τα άλλα αναγκάστηκαν να παραμείνουν στα ανοικτά. Προβλήματα αντιμετώπισε και η εκφόρτωση των πλοίων Ertugrul και Koycegiz στα αποβατικά μέσα. Έτσι ο Διοικητής της Αποβατικής ταξιαρχίας Cakman που βρισκόταν στο Ertugrul δεν μπόρεσε να συνδεθεί με τις μονάδες που αποβιβάστηκαν. Μέχρι το μεσημέρι όλες οι δυνάμεις βγήκαν στην ξηρά, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να διατηρήσουν ζώνη ασφαλείας στην ακτή και να προχωρήσουν σε βάθος. Δεν υπήρχε επικοινωνία των δυνάμεων της ακτής και της αεροπορίας, ενώ η διοίκηση της αμφίβιας δύναμης και των αεραποβατικών δυνάμεων δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους. O Διοικητής του 6ου Σ.Σ, στρατηγός Ersin, ο οποίος ήρθε με ελικόπτερο το πρωί της 20ής Ιουλίου, δεν ήξερε το ακριβές σημείο της παραλίας όπου έγινε η απόβαση». «Ο Διοικητής του 50ού Σ.Π. Karaoglanoglu σκοτώθηκε, ενώ ο υποδιοικητής του ανχης Cerdet Aykon τραυματίστηκε σοβαρά. O αρχηγός του Στρατού Ξηράς Esref Akinci και ο Διοικητής της 2ης Στρατιάς Aktulga με ζήτησαν στο τηλέφωνο και διέταξαν όπως τα αποβατικά που είχαν ζημιές να επισκευαστούν και να επιστρέψουν. Εμείς μέχρι το μεσημέρι της 20ής Ιουλίου μπορέσαμε να ετοιμάσουμε στη Μερσίνα μόνο 7 σκάφη. Με τον ταξίαρχο Haki Boratas επιβιβάσαμε μια ίλη 15 αρμάτων, μία επίλεκτη ομάδα ειδικών δυνάμεων, ένα λόχο του 49ου Σ.Π., και ένα απόσπασμα διαβιβάσεων. Στη Μερσίνα παρουσιάστηκαν 20 τουρκοκύπριοι φοιτητές που ήθελαν να μας ακολουθήσουν σαν εθελοντές. Αμέσως τους παρεκάλεσα να έρθουν μαζί μας, όμως τελικά μόνο ένας, ο Munir Bey, μας ακολούθησε. Κατά τον πλου μας στην Κύπρο ο M. Bey παρακολουθούσε το PIK γιατί γνώριζε ελληνικά, και άρχισε να κλαίει. Μας είπε ότι οι αποβατικές μας δυνάμεις ρίχτηκαν στη θάλασσα. Τώρα καταλάβαινα καλύτερα τα λόγια του διοκητή της 2ης Στρατιάς, που παραπονείτο ότι το Γ.Ε.Σ. δεν του έδινε καμία πληροφρία για την κατάσταση. O αρχηγός του ΓΕΣ του είχε πει. ‘Πάρτε αμέσως ό,τι βρείτε και ξεκινάτε. Χρειάζονται άρματα, πυροβόλα και αεροπλάνα.’ Μέσα μου όμως ήλπιζα ότι ήταν αδύνατο να είχαν καταστραφεί όλες οι αποβατικές δυνάμεις. Διέθεταν και μία ίλη 15 αρμάτων υπό τη διοίκηση του υπίλαρχου Ersel και μια μοίρα Π/Β με 12 πυροβόλα, ενώ η εχθρική αεροπορία δεν είχε εμφανιστεί. Υπολογίζαμε ότι η χειρότερη για μας περίπτωση θα ήταν να μην μπορούσαμε να βγούμε στην παραλία. Αν καταφέρναμε να αποβιβαστούμε στη στεριά θα έπρεπε να επιτεθούμε. Όσο πλησιάσαμε οι φωτιές πύκνωναν και τα βουνά ήταν σαν να καίγονταν μαζί με τα δάση. Τα ραδιόφωνα της Κύπρου και της Ελλάδας επαναλάμβαναν ότι οι Έλληνες νίκησαν και έριξαν στη θάλασσα τις δυνάμεις μας. Οι δυνάμεις μας στο προγεφύρωμα είχαν πυρομαχικά και τρόφιμα για 2 ημέρες. Διέθεταν και 15 άρματα, ενώ άλλα 15 φέρναμε μαζί μας. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε 30 παλιά ρωσικά T-34. H δύναμη του πρώτου κύματος ήταν 3.500 άτομα, ενώ εμείς είμαστε άλλοι 500». [Από τα 30 T-34 της Ε.Φ., μόνο 6 διατέθηκαν κατά του προγεφυρώματος και από αυτά 2 βλήθηκαν από τουρικά αντιαρματικά. Οι ελληνικές πληροφορίες υπολόγιζαν σαν πολύ ισχυρότερο απ’ ό,τι ήταν, το δεύτερο αποβατικό κύμα. Πιθανόν μετά την αποστολή υπό τον Ντεμιρέλ ν’ ακολούθησαν και άλλα αποβατικά. O Ταξίαρχος Σέργης στο βιβλίο του λέει ότι οι Τούρκοι αρχικά δεν διέθεταν άρματα ή πυροβολικό, ούτε ακόμη και ΠΑΟ 106mm. Αυτό αντικρούει ο Ντεμιρέλ που λέει ότι το πρώτο κύμα διέθετε 15 άρματα και 12 πυροβόλα. Σίγουρα η εκφόρτωση και η αξιοποίηση των βαρέων όπλων των Τούρκων καθυστέρησε λόγω της αντεπίθεσης του 251 Τ.Π.Ε. και της ευστοχίας του πυροβολικού της Ε.Φ.] «Η κατάσταση στην ακτή δεν ήταν καλή. Λόγω του θανάτου του Διοικητού και του Υποδιοικητού του 50ού Σ.Π., δεν υπήρχε ένας αξιωματικός ο οποίος θα αναλάμβανε αμέσως τη μετακίνηση και τη διοίκηση του Συντάγματος. Χωρίς διοίκηση ήταν και το τμήμα διαβιβάσεων του Συντάγματος. Τα αποβατικά πλησίασαν την ακτή. Από μακριά φαινόταν η Κερύνεια και το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. O Υπολοχαγός Janouz που ήταν στο σκάφος μου, μόλις πάτησε το πόδι του στην ακτή σκοτώθηκε προτού πάρει το δρόμο για την Κερύνεια όπως ήταν η επιθυμία του. Μπορούσα να δω τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες των μονάδων μας που αποβιβάστηκαν στις 20 Ιουλίου. H κατάσταση ήταν μπερδεμένη, υπήρχε μεγάλη ακαταστασία αλλά όχι τραγική όπως φοβόμουν. Ανέβηκα σ’ ένα άρμα μαζί με τον ανθυπασπιστή μου Mustafa Konuk. Οι εκρήξεις από τα βλήματα των πυροβόλων του εχθρού μας ξεκούφαναν. Οι στρατιώτες και τα οχήματά μας βουτηγμένα στο νερό προσπαθούν να βγουν στην ξηρά. O Ταξίαρχος Boratas που βγήκε περπατώντας είχε μουσκέψει ως το λαιμό.

O θόρυβος από τις εκρήξεις της δικής μας μοίρας πυροβολικού και του εχθρικού πυρβολικού και όλμων ήταν ανάμεικτες. Οι βολές του εχθρού ήταν σποραδικές, αλλά εύστοχες. Όταν έβαλαν, κτυπούσαν ή στη θάλασσα ή στην παραλία. Τα άρματά μας άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στα πρώτα εμπόδια. Στον κήπο ενός κέντρου κάθονταν 50 πολίτες, που μας χαιρέτισαν. Ήταν Αγγλοι που πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Γύρω μας παντού υπήρχε στρατός. Κάτω από κάθε δέντρο, στα σπίτια, στις γωνιές των τοίχων. Αλλοι κάθονταν. Αλλοι ήταν ξαπλωμένοι. Ήταν άγνωστο ποιος έδινε διαταγές σε ποιον. H μοίρα πυροβολικού τάχθηκε και άρχισε να βάλλει. O διοικητής της, Ibrahim Oba, ήταν μόνος και δε φαινόντουσαν άλλοι αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί. Όταν τον ρώτησα πού είναι ο εχθρός που βάλλεται, μου είπε να μην περιφέρομαι λόγω του κινδύνου και προσέθεσε ότι τα πυρομαχικά κόντευαν να σωθούν. O Ταξίαρχος Boratas με πλησίασε και μου είπε ότι ο Υπασπιστής μου, ο Sokully σκοτώθηκε από ένα βλήμα όλμου. Πνίγοντας την πίκρα μου κάλεσα τους αξιωματικούς (γύρω στους 10) για να εκτιμήσουμε την κατάσταση. Οι άνθρωποι στον πόλεμο σαν λύση για διέξοδο στις επικίνδυνες στιγμές, γύρευαν τους διοικητές τους και μαζεύονταν γύρω τους. O ταξίαρχος Tuncer που διοικούσε μέχρι τότε τις δυνάμεις του προγεφυρώματος είπε ότι οι περισσότερες επιθέσεις του εχθρού προέρχονταν από δυτικά, και υποστήριξε επίθεσή μας προς τα εκεί αντί προς τα ανατολικά που ήταν η Κερύνεια. [Σ.Σ. Εν τω μεταξύ το ΓΕΕΦ προώθησε στα δυτικά του προγεφυρώματος το 281 Τ.Π. και το 286 Μ.Τ.Π. Οι μονάδες αυτές κατά τη μετακίνησή τους υπέστησαν σοβαρές απώλειες από την τουρκική αεροπορία. Ό,τι απέμεινε και κυρίως το 286 Μ.Τ.Π. πραγματοποίησε νυκτερινή αντεπίθεση το βράδυ της 20.7.74. Παρά το ότι τα αποτελέσματα της επίθεσης αυτής ήταν πενιχρά, προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στους Τούρκους. Σ’ αυτή την αντεπίθεση πλήγηκε το πρόχειρο αρχηγείο της αμφίβιας δύναμης από δύο βλήματα A/T 3,5in με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Διοικητής του 50ού Σ.Π. Karaoglanoglu και ο υποδιοικητής του. H πληροφορία αυτή συγκρούεται με τις ελληνικές πηγές που αποδίδουν το θάνατο του Karaoglanoglu σε βλήμα όλμου. Αν ο τοπικός Διοικητής της Ε.Φ. γνώριζε πόσο κοντά στη νίκη βρέθηκαν οι δυνάμεις του εκείνο το βράδυ, σίγουρα θα επέμενε περισσότερο.] «Ο Tuncer ήταν άγρυπνος και κουρασμένος. Είπε ότι οι μονάδες ανακατεύθηκαν
μεταξύ τους και συμπτύχθηκαν σ’ ένα μέτωπο 250μ. H κατάσταση θύμιζε Δουνκέρκη. H μόνη λύση ήταν άμεση επίθεση. O ταξίαρχος Boratas επικεφαλής 150 ανδρών των ειδικών δυνάμεων επιτέθηκε στις 10.45π.μ. με κατεύθυνση από Πενταμίλι προς το χωριό Αγιος Γεώργιος. Εγώ ακολούθησα με τα άρματα και διέταξα το πεζικό να μας ακολουθήσει. Οι πεζοί θ’ ανέβαιναν στα τανκ. H διαταγή όμως αυτή ήταν αδύνατο να φθάσει παντού. Πώς, με ποια μέσα και σε ποιους μπορούσε να φθάσει η διαταγή; Κάτω από ποια δένδρα βρίσκονταν οι διοικητές των μονάδων; H απόφαση για κατάπαυση του πυρός στις 17.00 μπορούσε να οδηγήσει στην ήττα. Οι μονάδες που αποβιβάστηκαν στις 20 Ιουλίου κατανάλωσαν τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά τους και ήταν άγρυπνες. Οι μονάδες μας έπρεπε να απελευθερωθούν από τον κλοιό. Στις 12 ανέβηκα σ’ ένα από 3 άρματα που κράτησε σε εφεδρεία και κινήθηκαν ανατολικά. Οι μονάδες πεζικού προχώρησαν μόνο 300μ. και σταμάτησαν να ακολουθούν τα άρματα. Οι ίδιες μονάδες το πρωί της 20ής Ιουλίου ενώ είχαν αρχικά προωθηθεί 500μ. από την ακτή, λόγω των πυρών εγκατέλειψαν τα σακίδιά τους και επέστρεψαν στην ακτή αδρανώντας δυο μέρες. O Ταξίαρχος Boratas με το ειδικό απόσπασμα Bora πολεμούσε εκ του συστάδην. Δεν μπορούσε όμως να πολεμά μόνος. Σ’ όλο το δρόμο δεν είδα κανένα να τον βοηθά ή να τον υποστηρίζει με πυρά. Δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε χωρίς εφεδρεία. Του διέθεσα δύο άρματα. Σ’ αυτά επέβαιναν οι ταγματάρχες Gurlyoglu και Paker. O κυβερνήτης του άρματός μου ανθυπίλαρχος Ceylan έβαλε κατά βούληση. O πυροβολητής, που βρισκόταν δίπλα μου φαινόταν πολύ ταραγμένος. Έτρεμε το χέρι του όταν άγγιζε τη σκανδάλη.

H δύναμη των βλημάτων μας κατέστρεφε όχι μόνο τους σημαντικούς στόχους αλλά και τους ασήμαντους. H κάθε βολή μας ήταν εύστοχη. Τα προκεχωρημένα άρματα έδιναν μάχες εκ του συστάδην. Εκείνη τη στιγμή αισθανθήκαμε πολύ την ανάγκη για από αέρος υποστήριξη. Όμως ούτε από τον αέρα, ούτε από τη θάλασσα βλέπαμε οποιαδήποτε υποστήριξη. O ανθυπασπιστής μου από τον πύργο του άρματος υποδείκνυε τα κτίρια που ήταν πιθανοί στόχοι. Είχε επίσης βοηθήσει στον αφοπλισμό 15-20 αιχμαλώτων που παρουσιάστηκαν ξαφνικά μπροστά μας. Εκείνη τη στιγμή μιας έκρηξη ακούστηκε δίπλα από τον ταγματάρχη Surel. Ευτυχώς όμως δεν έπαθε τίποτα. Από τον ασύρματο ακούγαμε τις κραυγές για βοήθεια του ανθυπασπιστή Feuzallah Teaskinsoy, είχε πληγωθεί βαριά, όταν πλήγηκε το άρμα του. Μας παρακαλούσε να γυρίσουμε πίσω να τον σώσουμε. Όμως αυτό ήταν αδύνατο. Σε λίγα λεπτά πέθανε. Σε μια στιγμή αντιλήφθηκα τους αξιωματικούς μας που συνέλαβαν μερικούς πολίτες. Στην πραγματικότητα ήταν ελληνοκύπριοι στρατιώτες που έβγαλαν τις στολές τους για να μη τους σκοτώσουμε. Αυτούς τους παίρναμε κατ’ ομάδες, τους παίρναμε τα όπλα, βάζαμε φρουρούς και τους στέλναμε πίσω, όπου ο ανχης Π/Ζ Ali Yond τους αναλάμβανε. Ένα μέρος απ’ αυτούς συνέχιζαν να αντιστέκονται, έτσι τους αφήναμε έξω από την παράταξη των αιχμαλώτων, σύμφωνα με τους κανόνες του πολέμου. [Σ.Σ. Αποτελεί κυνική παραδοχή για την εν ψυχρώ εκτέλεση αιχμαλώτων]. Ενώ συνέχισε την επίθεσή της η ειδική δύναμη BORA, συνεχώς χάναμε αγαπητούς φίλους, όπως τον ίλαρχο Ramiz Turan, τον ανθυπασπιστή Τασκινσόι και τους υπαξιωματικούς Halim Sahin και Mehmet, και μερικούς γενναίους στρατιώτες μας. Οι περισσότεροι είχαν κτυπηθεί ενώ χρησιμοποιούσαν τα πολυβόλα στον πύργο των αρμάτων τους.

[Σημ. Δείχνει την αξία των ελευθέρων σκοπευτών. Παρ’ όλο που η Ε.Φ. δε διέθετε τέτοιους, το τυφέκιο Lee Enfiled No 4 που χρησιμοποιούσε είχε μεγάλο βεληνεκές, ακρίβεια και φονικότητα]. Το πτώμα του διοικητής της ίλης αρμάτων Ramiz Turan το βρήκαμε τυχαία κάτω από ένα ελαιόδενδρο. Καταλάβαμε τον Αγιο Γεώργιο. Στη μάχη ριχτήκαμε με θάρρος. O εχθρός δε γνώριζε από πόλεμο. Το μεγαλύτερο λάθος τους ήταν ότι δεν είχαν το θάρρος να μας αντιμετωπίσουν από κοντά. Ενώ πλησιάζαμε, αυτοί απομακρύνονταν ή εδέχοντο την αιχμαλωσία τους. [Σ.Σ. Στην περιοχή η Ε.Φ. δε διέθετε παρά μόνο 4 άρματα T-34 και ελάχιστα ΠΑΟ 106mm] Ενώ προωθούμαστε, το πεζικό έμενε πίσω. Έτσι αναγκαστήκαμε να ανακόψουμε την πορεία μας, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να υποστηρίζουμε τα πιο προωθημένα τμήματα. Μετά τον Αγιο Γεώργιο, ο ρυθμός προώθησής μας επιβραδύνθηκε. Ενώ πλησιάζαμε την Κερύνεια τα εχθρικά πυρά πύκνωναν. Σκέφτηκα να στραφούμε νότια προς το Μπογάζι για να συνεννοηθούμε με το θύλακα Λευκωσίας-Κερύνειας, πριν καταλάβουμε την Κερύνεια. Αλλά τα εχθρικά πυρά μάς ωθούσαν προς την Κερύνεια. Έτσι τα άρματά μας υποχρεώνονταν ένα-ένα να χώνονται στους δρόμους της πόλης. H αντίσταση που υπήρχε στις γωνιές της Κερύνειας είχε σπάσει. Οι όλμοι 4.2″ παρείχαν αξιόλογες υπηρεσίες στις κατοικημένες περιοχές. Τα άρματα μας κτυπούσαν με επιτυχία τους στόχους που δε φαίνονταν. Σε κάποια φάση τα άρματά μας στριμώχτηκαν μέσα στους στενούς δρόμους. Εκείνη τη στιγμή αναλογίστηκα μια πιθανή για μας τραγωδία. Αναζητούσα τρόπους για να βγάλω τα άρματα από το δρόμο. Σε λίγο είδα τον ταξίαρχο Boratas και τον Ταγματάρχη Surel να συνοδεύουν τρεις ελληνοκύπριους αιχμαλώτους με τα όπλα στην ανάταση. Και οι δύο αξιωματικοί μας ήσαν τραυματισμένοι. Κτυπήθηκαν στην πρώτη γραμμή γύρω στις 11 π.μ. Αφοπλίσαμε τους Ελληνοκύπριους και ρώτησα στα αγγλικά να μου υποδείξουν το δρόμο προς Λευκωσία. Έβαλα πάνω στο άρμα μου τον έναν που ήξερε αγγλικά και του είπα ότι θα του χάριζα τη ζωή αν μου έδειχνε το δρόμο. O υπασπιστής μου Mustafa Konuk έβαλε το πιστόλι του στον κρόταφο του αιχμαλώτου. Αυτός συμφώνησε και ξεκινήσαμε για το Μπογάζι. Αρχίσαμε σύντομα να κτυπούμε τους στόχους. Σιγά-σιγά ανοιγόταν μπροστά μας ο δρόμος. O εχθρός δεν είχε ευστοχία, και δεν είχαμε απώλειες σε άρματα. Σε μια στιγμή είδαμε κάτι στρατιώτες κάτω από μια κυανόλευκη να μας χαιρετούν. Ευτυχώς δεν ανοίξαμε πυρ γιατί ήταν Φινλανδοί μέλη της UNFICUP. Προχωρήσαμε προσεκτικά για να μην κτυπήσουμε δικά μας τμήματα. Σύνθημα αναγνώρισης δεν είχε καθοριστεί. Φτάσαμε στο Μπογάζι στις 17.30. Σταθμεύσαμε τα άρματα κοντά σε μια βρύση για να ξεδιψάσουν οι στρατιώτες. [Σ.Σ. Έτσι επιτεύχθηκε η συνένωση των αμφίβιων δυνάμεων με το θύλακα Λευκωσίας-Αγύρτας, όπου είχαν αναπτυχθεί οι αερομεταφερόμενες δυνάμεις]. Εκείνο το βράδυ στις 18.00 βρήκα το σωματάρχη Αντγο Νερετίν Ερσίν, στο υπόγειο αρχηγείο του στο στρατόπεδο Μπροκάλ Σανκάκ. Κοίταζε το χάρτη, φαινόταν κουρασμένος και σκεφτικός. Όταν του περιέγραψα τις πρωινές μάχες και του είπα ότι έφερα άρματα, οι άλλοι αξιωματικοί άρχισαν επίμονα να ζητούν άρματα για την υποστήριξη των μονάδων τους. Έλεγαν ότι αν δεν τους διετίθεντο άρματα, οι μονάδες τους δε θα ήταν δυνατό ν’ αντέξουν. Το υπόγειο είχε γεμίσει αξιωματικούς. Εγώ έλεγα ότι τα άρματα έπρεπε να συντηρηθούν και ανεφοδιαστούν και τα πληρώματά τους να ξεκουραστούν. O στρατηγός Ερσίν ήθελε όμως να ικανοποιήσει το αίτημα των αξιωματικών του και τελικά είχε δίκιο. H ΤΟΥΡΔΗΚ, η Ταξιαρχία των Αλεξιπτωτιστών και η Ταξιαρχία Καταδρομέων είχαν περάσει πολύ δύσκολες στιγμές από τις 20 Ιουλίου. Είχαν δεχθεί ισχυρά εχθρικά πυρά στην περιοχή Μπογαζίου και στο δρόμο Λευκωσίας-Μπογαζίου. Μία μονάδα της Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών, έπεσε από λάθος στις Χαμίτ Μάνδρες. [Σ.Σ. Λόχος αλεξιπτωτιστών εξουδετερώθηκε από ένοπλους πολίτες μετά από τη ρίψη τους σε ελληνοκυπριακό χωριό]. Επειδή δε δόθηκαν ξεκάθαρες διαταγές, οι αλεξιπτωτιστές της Ταξιαρχίας αμύνονταν κατά βούληση στην περιοχή ρίψης τους από το Κρινί στο Γκιονέλι. Σύμφωνα με καταθέσεις των ιδίων, οι μονάδες αλεξιπτωτιστών παρέμειναν καθηλωμένες από τα εχθρικά πυρά και ήταν αδύνατο να καθοριστεί ποιες μονάδες ήταν εντός ή εκτός πυρών.

Τα άρματα συνέχιζαν να μάχονται τη νύχτα 22-23 Ιουλίου, στις περιοχές Δίκωμο, Γερόλακκος, Λευκωσία, Σύσκληπος. O κλοιός γύρω από τις δυνάμεις μας άρχισε να χαλαρώνει. Έτσι σημειώθηκε σημαντική προώθησή μας σ’ αυτές τις περιοχές. Τις προηγούμενες μέρες λόγω έλλειψης βαρέων όπλων, ο εχθρός υποχρέωσε την ΤΟΥΡΔΥΚ σε οπισθοχώρηση, και με επιθέσεις από ανατολικά και δυτικά, έκοψε σε 3 σημεία το δρόμο Λευκωσίας-Μπογαζίου. Σε μια μάλιστα περίπτωση τα εχθρικά άρματα πλησίασαν πολύ τις θέσεις μας, έπειτα όμως από άγνωστο λόγο αποτραβήχτηκαν. [Σ.Σ. Κατά την επίθεση της ΕΛΔΥΚ στο Κιονέλι] Υπήρχαν αξιωματικοί που έχασαν το ηθικό τους. Πέρασαν δύσκολες μέρες που άφησαν τα σημάδια τους. Στις 23 Ιουλίου, η 39η Μ.Π. εγκαταστάθηκε στο Kocatepe. Επειδή έβλεπα ότι υπήρχαν αξιωματικοί που δεν καταλάβαιναν, για να τους προειδοποιήσω και να τους καταστείλω το φόβο, έβαλα κάποιον να ρίξει πυροβολισμούς στον αέρα! Ορισμένους τους έφυγαν οι χάρτες και τα κράνη. Μετά όμως ο φόβος τους είχε υποχωρήσει. Φαινόταν ότι σε αρκετούς κατώτερους αξιωματικούς ήταν πεσμένο το ηθικό. Τους έφερνα, έναν-έναν, στο χώρο διοίκησης της Μεραρχίας και τους φιλοξενούσα μια-δυο μέρες. Αυτό βοηθούσε για να ανέλθει το ηθικό τους. Επίσης το 5% πήγε με άδεια στην Τουρκία μεταξύ των δύο επιχειρήσεων ή ύστερα απ’ αυτές. O νέος διοικητής του 14ου Σ.Π. της Μεραρχίας μου Συνχης Μπαμπούρ Μαντοσίν φαινόταν να είχε πεσμένο ηθικό. Σκέφθηκα να μην τεθεί αυτός επικεφαλής του Συντάγματος. Έτσι αποφάσισα για ένα διάστημα να συνεργαστεί με τον παλιό διοικητή Νιχάτ Τομπράκ. Αυτό έγινε μέχρι το τέλος της 2ης ειρηνευτικής επιχείρησης. Στο τέλος Σεπτεμβρίου ήρθε στην Κύπρο δύο φορές ο Διοικητής της 2ης Στρατιάς στρατηγός Ακτουλγκά. Σε ανασκόπηση των επιχειρήσεων, οι αποτυχίες της 20ής και 21ης Ιουλίου αποδόθηκαν σε λάθη και ανεπαρκή εκπαίδευση, και όχι σε ανεπάρκειες ανωτάτων αξιωματικών. Στο τέλος Ιουλίου, παρά την κατάπαυση του πυρός, οι τοπικές μάχες συνεχίζονταν με αγριότητα. H 28η Μ.Π. είχε έρθει στην Κύπρο και προωθείτο δυτικά από το Σύσκληπο στο ύψωμα 1023 και από εκεί στη Λάπηθο και Καραβά. H Ταξιαρχία Cakmak και βρισκόταν στην παραλία της απόβασης επιτίθετο κατά μήκος της ακτής δυτικά. O πρώτος στόχος της ήταν η εκκαθάριση του δάσους του Καρμίου και η διαπλάτυνση του προγεφυρώματος. Υπενθυμίζω τη συμβολή του Διοικητού της 28ης Μ.Π. Οσμάλ Φοζίλ Πολάτ στην επιτυχία αυτών των επιχειρήσεων. O Συνχης Νεζίχ Τσακαΐ πέταξε με ελικόπτερο με άγγλους και έλληνες αξιωματικούς για οριοθέτηση της γραμμής κατάπαυσης του πυρός και έφερε καλά νέα. Δε φαίνονταν μεγάλες δυνάμεις και προετοιμασίες του εχθρού. Παρόλο που ο εχθρός κάθε μέρα σε κάθε σημείο του μετώπου παρουσίαζε και νέο τάγμα. Έκανε τους χάρτες μας σαν κόκκινο χωράφι. O αξιωματικός πληροφοριών υπολόγισε ότι απέναντί μας είχαμε 10.000 άνδρες του εχθρού, είχαν όμως σοβαρές αδυναμίες, που καθημερινά διογκώνονταν. Σχετικά με το θάνατο του διοικητού του 50ού Σ.Π. Σχου Karaoglanoglu ερεύνησα και έμαθα τα εξής. Το βράδυ της 20ής Ιουλίου ο συνταγματάρχης και ο βοηθός του Ανχης Αϊκάν, ο σμηναγός Φεχμ Ερτζιάν και άλλοι αξιωματικοί κάθονταν και ξεκουράζονταν στο ισόγειο του διώροφου κτιρίου που χρησιμοποιείτο σαν Σ.Δ. της αποβατικής δύναμης. Στις 03.00 της 21ης Ιουλίου ακούστηκαν κροταλίσματα βαρέων και ελαφρών όπλων. Ρίφθηκαν κατά του κτιρίου δύο βλήματα. Το δεύτερο βλήμα διαμέλισε το Συνταγματάρχη και τραυμάτισε σοβαρά το βοηθό του (πέθανε αργότερα). Αποδείχθηκε κατόπιν προσωπικής έρευνας ότι τα θραύσματα των βλημάτων ήταν από A/T 3,5 in. Σύμφωνα με το σχέδιο της επίθεσης της 2ης φάσης της εισβολής η 39η Μ.Π. και η 28η Μ.Π. θα επιτίθεντο προς Αμμόχωστο. Σε πρώτο στάδιο θα προωθούντο στο θύλακα Τζιάους-αεροδρομίου Τύμπου. Αν αυτό επιτυγχάνετο θα προχωρούσαμε ανατολικά προς Αμμόχωστο. Το πιο σημαντικό, καθήκον στην επίθεση δόθηκε στην ειδική δύναμη Bora. Θα εκινείτο από Sukulesi προς Χαμίτ Μάνδρες, Μία Μηλιά, Κυθραία, Πέκογιου και Τζιάος. Ενώ συντασσόταν το σχέδιο επίθεσης, υπήρχαν επιφυλάξεις αν επαρκούσαν οι δυνάμεις μας για προώθηση μέχρι τις ακτές της Αμμοχώστου, και της Λάρνακας. Δεν υπολογίζαμε ότι η επιχείρηση θα εξελισσόταν με τέτοια ταχύτητα. H μεγαλύτερη αλλαγή που έγινε στα σχέδια ύστερα από εισήγηση του Σώματος Στρατού προς τις ανώτερες αρχές ήταν η προώθησή μας να φτάσει μέχρι και το αεροδρόμιο Τύμπου αντί μέχρι τις ακτές της Λάρνακας. Το βράδυ της 13ης Αυγούστου ο υποστράτηγος Χασάν Σαχλάμ που ήρθε από το Γενικό Επιτελείο στην Αγκυρα, μας κοινοποίησε τις τελικές διαταγές, και επέστρεψε αμέσως πίσω στην Τουρκία. Φαινόταν να είχε πολλή αγωνία να επιστρέψει πίσω. Το άλλο πρωί ο ουρανός «βούτηξε», είχαν έρθει τα αεροπλάνα μας. Επιτίθεντο ανά δύο σε σημαντικούς στόχους. Στις 06.30 άρχισε να βάλλει το πυροβολικό μας. Έβλεπα τη μεγάλη αναστάτωση στις θέσεις του εχθρού. Στις 10.30 η ειδική ομάδα Boras άρχισε την επίθεση. Επικεφαλής ήταν ο ταξίαρχος Boratas υποδιοικητής της 39ης Μ.Π. τον οποίο εμπιστευόμουνα πολύ, λόγω της απόδοσής του στις προηγούμενες επιχειρήσεις. Μετά το μεσημέρι ανέφερα στο σωματάρχη στρατηγό Ερσίν ότι έπεσαν και τα δύο υψώματα μπροστά μας. Οι εχθρικές δυνάμεις οπισθοχωρούσαν από τους τομείς του Κάστρου Μπουφαβέντο, Κουτσοβένη, Αγγλικό ύψωμα, Καράτεπε και Χαμίτ Μάντρες. O εχθρός μετακινείτο σ’ ένα πλατύ μέτωπο. H νίκη σε λίγο θα ήταν δική μας. Ήταν ανάγκη ταχείας προέλασης, πριν ο εχθρός δημιουργήσει στα μετώπισθεν μια δεύτερη γραμμή. Αν δεν ήταν άσχημες οι ειδήσεις που έρχονταν από το Τζιάος, η δεύτερη επιχείρηση θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν πλήρης επιτυχία. Το πρωί της 15ης Αυγούστου όταν μπήκαμε στον τουρκοκυπριακό θύλακα Τζιάους, (τον οποίο κατείχε η Ε.Φ.), συναντήσαμε τα απομεινάρια των εχθρικών δυνάμεων που καταστράφηκαν, κάηκαν ή σκοτώθηκαν. Βρήκαμε κανόνια και αντιαρματικά που καταστράφηκαν. Είδαμε και ένα δικό μας άρμα κατεστραμμένο από αντιαρματικά με δύο δικούς μας στρατιώτες νεκρούς. Την προηγουμένη μέρα οι Ελληνοκύπριοι έκαψαν τις αστυνομικές κατοικίες στο Τζιάος και τους στρατώνες των τουρκοκυπρίων αγωνιστών. Μετα η ειδική δύναμη Bora κινήθηκε το βράδυ της 14/15 Αυγούστου προς Λευκόνικο-Τρίκωμο. Λόγω της ταχείας προέλασης των τεθωρακισμένων ήταν θαύμα πως ακολούθησαν οι πεζοί του 14ου και 49ου Σ.Π. Κατά το απόγευμα της 15ης Αυγούστου πλευρίσαμε τις ακτές της Αμμοχώστου. Αλλες μονάδες μας διεξήγαγαν μάχες εντός της Λευκωσίας. Έκαναν πόλεμο εντός κατοικημένης περιοχής, αλλά δεν έγινε σκέψη να καταληφθούν σημαντικοί στόχοι που ήταν κοντά στη γραμμή, όπως ο ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός, η Κεντρική Τράπεζα, η ATHK, ή το μεταλλείο χαλκού κοντά στη Λεύκα. Από τις 19 Αυγούστου μαζί με το συνταγματάρχη Έρσιν κάναμε αποχαιρετιστήριες επισκέψεις στις μονάδες. O Ερσίν έφυγε στις 26 Αυγούστου.

Από τις 22 Αυγούστου ανάλαβα εγώ τη διοίκηση των ειρηνευτικών στρατευμάτων την Κύπρο. [Σ.Σ. Ακολουθούν διαπιστώσεις του Ντεμιρέλ ότι ένα μέρος των Τουρκοκυπρίων έμεινε αμέτοχο και αδιάφορο έναντι της επιχείρησης. Καυτηριάζει το φαινόμενο των λεηλασιών ελληνοκυπριακών περιουσιών και εύχεται οι Τουρκοκύπριοι από απλοί καταναλωτές ν’ αρχίσουν να παράγουν για να επιβιώσει το «κράτος» τους. «Οι Τουρκοκύπριοι ήθελαν να ζουν χωρίς να εργάζονται». Υποστηρίζει είσης ότι το Κυπριακό πρέπει να λυθεί σύντομα, για να μην εγκλωβιστεί ο τουρκικός στρατός στο νησί, όπως είπε ο Τζέιμς Κάλαχαν και πριν επιστρέψει ο Μακάριος]. Ακολουθεί η κριτική του στρατηγού για την απόδοση του τουρκικού στρατού. «Μία από τις πιο κρίσιμες καταστάσεις που παρουσιάστηκε στις μάχες της 22ας Ιουλίου, ήταν η τάση ανάμειξης των μονάδων. Οι μονάδες και το προσωπικό όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο, από ένστικτο, όπως γίνεται με τα ζώα, αναμειγνύονται η μια μέσα στην άλλη και οι άνδρες μαζεύονται γύρω από τους διοικητές τους. Έτσι νομίζουν ότι είναι πιο ασφαλείς. Δημιουργούν όμως πλεονεκτήματα στα εχθρικά πυρά. O πιο σημαντικός όμως λόγος για την αταξία που επικρατούσε ήταν η ανεπάρκεια στις διαβιβάσεις. H αποβατική Ταξιαρχία Cakmamk δεν είχε ασυρμάτους και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τη Μεραρχία ή το Σώμα Στρατού. Την έλλειψη συντονισμού έδειξε κι η βύθιση του A/T Kocatepe από αεροσκάφη της 1ης A.T.A. στις 21 Ιουλίου. Υπήρχαν επίσης κενά στην εκπαίδευση, ένας λόχος Π/Ζ του 49ου Σ.Π. και μία πυροβολαρχία περνούσαν μέσα από τα στενά δρομάκια της Κερύνειας χωρίς μέτρα ασφαλείας. Οι στρατιώτες περνούσαν σε δυο σειρές και αναμειγνύονταν μεταξύ τους. Ενώ τα πυροβόλα ήταν ανάμεσά τους. Ένα μόνο βλήμα όλμου του εχθρού θα τους διέλυε. Όταν ρώτησα τον επικεφαλής λοχαγό τι μέτρα ασφαλείας πήρε, δεν καταλάβαινε τι τον ρωτούσα. Αντιλήφθηκα ότι η εκπαίδευσή του ήταν ελλιπής. Υποχρεώθηκα να επιπλήξω αυστηρά το Λοχαγό παρά το ότι αυτό με στενοχώρησε πολύ. Με το πρώτο κύμα στις 20 Ιουλίου ήρθαν 15 άρματα και 10 ΤΟΜΠ M113 (μερικά έφεραν όλμους 4.2″ και ανήκαν στο 49ο Σ.Π. τα άλλα στην 5η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία). Κατά την πιο κρίσιμη φάση της επιχείρησής μας, το πρωί της 20ής Ιουλίου, τα οχήματα αυτά κατανάλωσαν τη βενζίνη τους δουλεύοντας μέρα νύχτα επί τόπου στη στενόχωρη ακτή όπου βρίσκονταν. Έτσι δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν την πρώτη γραμμή και να διευρύνουν το προγεφύρωμα. Ευτυχώς, όταν ήρθαμε εμείς, με εισήγηση του Ταξίαρχου Boratas εκτός από ακόμα 15 άρματα, φέραμε δύο βυτιοφόρα γεμάτα βενζίνη και τα εφοδιάσαμε. Βρισκόμαστε στο στρατηγείο της Μεραρχίας στο Kocatepe. Υπάρχουν οχήματα του λόχου εφοδιασμού, του τάγματος διαβιβάσεων, του μηχανικού και των τεθωρακισμένων. H κατάσταση των στρατιωτών δεν είναι καλή, φαίνονται τρομαγμένοι. Ήρθε ένα βυτιοφόρο και επί μία ώρα οι οδηγοί δεν εφοδιάζοντο, τα περίμεναν όλα από τους διοικητές τους. H αεροπορία του εχθρού είναι άφαντη. Οι ελληνοκύπριοι στρατιώτες παρά το πραξικόπημα υπακούουν τους αξιωματικούς τους από την Ελλάδα όμως είναι κληρωτοί και έφεδροι (και όχι έμμισθοι), έτσι πολεμούν από μακριά και απρόθυμα. Ένας ταγματάρχης με ρώτησε πώς θα περισυνέλεγε ένα τεθωρακισμένο, ένα βυτιοφόρο κι ένα τζιπ που έμειναν στην Κερύνεια. Δε μου άρεσαν καθόλου αυτές οι ερωτήσεις. Δεν υπήρχε καμία επαφή με τα συντάγματα της Μεραρχίας. Οι διαβιβάσεις και οι επικοινωνίες εδώ και μήνες βρίσκονται σε ακαταστασία. Αρκετοί αξιωματικοί, μόνιμοι υπαξιωματικοί και έφεδροι αφαίρεσαν τα διακριτικά τους από φόβο. Αυτό έγινε αιτία να χάσουν το κύρος τους πάνω στις μονάδες τους. Οι αξιωματικοί αυτοί υποβίβασαν τον εαυτό τους στο βαθμό του στρατιώτη μπροστά στις μονάδες τους. O Σωματάρχης Νορετίν Ερσίν παρουσιάστηκε σαν απλός στρατιώτης μπροστά στον αρχηγό ΓΕΣ και το διοικητή της 2ης Στρατιάς κατά την επίσκεψή τους στην Κύπρο την 1η Αυγούστου. Στην 1η και 2η ειρηνευτική επιχείρηση επιτεύχθηκαν οι στόχοι πιο γρήγορα απ’ ό,τι είχαν προγραμματιστεί. [Σ.Σ. Αυτό αντιβαίνει στις διαπιστώσεις του ιδίου για αποτυχίες στις 20 και 21 Ιουλίου. Σίγουρα ισχύει όμως για τη 2η επιχείρηση]. Σύμφωνα με έγγραφα που εξασφαλίσαμε αργότερα, ο εχθρός είχε προγραμματίσει 4 γραμμές αντίστασης στην 2η επιχείρηση με στόχο ν’ αμυνθεί επί 5 ημέρες. Όμως δεν τους δώσαμε την ευκαιρία να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους. [Σ.Σ. Αυτό είναι ανακριβές. O Ταξίαρχος Σέργης στο βιβλίο του αναφέρει ότι, όταν συζητήθηκε η δυνατότητα ισχυρής άμυνας της Ε.Φ. επί 48 ώρες, μετά τον Αττίλα 1, διαπιστώθηκε ότι λόγω της κατάστασης της δύναμης και του ανισοζυγίου κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Έτσι επιλέχθηκε η αναδίπλωση των δυνάμεών της με διατήρηση επαφής με τον εχθρό]. «Ο εχθρός δεν μπόρεσε να διεξάγει οργανωμένο και σχεδιασμένο επιβραδυντικό αγώνα, και έτσι υποχώρησε μπροστά στις μονάδες μας. Οι θέσεις του εχθρού στις Χαμίτ Μάνδρες έσπασαν και οι μονάδες μας με εκπληκτική ταχύτητα κατάφεραν τους στόχους τους ανατολικά και δυτικά σε μιάμιση μέρα, προκαλώντας έκπληξη και θαυμασμό σ’ όλο τον κόσμο. Ξένοι στρατιωτικοί των H.E., Αγγλοι και Αμερικάνοι ενώ χαρακτήρισαν την 1η επιχείρηση σαν φτωχά σχεδιασμένη και εκτελεσμένη, για τη 2η επιχείρηση είπαν ότι ήταν εξαιρετική». Μετά ο Στρατηγός αναφέρει ότι του είχε γίνει εισήγηση για ανάληψη της διοίκησης των δυνάμεων στην Κύπρο (από το Διοικητή της 2ης Στρατιάς), πριν από τη 2η επιχείρηση, προφανώς διότι η ηγεσία του τουρκικού ΓΕΕΘΑ δεν ήταν ικανοποιημένη από την απόδοση του Ερσίν. Αυτός απάντησε: «Δεν είναι σωστό ν’ αλλάξει ένας διοικητής τις παραμονές των επιχειρήσεων. Προτιμώ να παραμείνω διοικητής της 39ης Μ.Π». Αργότερα περιγράφει τη σύλληψη αιχμαλώτων. Εντύπωση του έκαναν ορισμένοι που διατηρούσαν το ηθικό τους, έτσι λέει: «Δεν μπορούσαν με μιας να ξεχάσουν τα όνειρα που έπλαθαν τόσα χρόνια. Ότι η Κύπρος ήταν ελληνικό νησί. Βλέπαμε με θαυμασμό και απορία τα λόγια τους, ότι μια μέρα θα γίνει η Ένωση με την Ελλάδα». O στρατηγός αναφέρει επίσης ότι μερικοί άνδρες του και αξιωματικοί συνελήφθησαν από την Ε.Φ. Αναφέρει τους Ταγματάρχη Μπεκίρ Σιτκί, Υπλγούς Εκρέμ και Ναΐμ Γαβρού. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο δεύτερος βασανίστηκε. Έτσι περιγράφει την επιθεώρηση των πολυτελών ξενοδοχείων της Αμμοχώστου: «Όλα ήταν υπέροχα, ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες. Παντού υπήρχε πολυτέλεια. Δεν ήταν δυνατό αυτοί που τα εγκατέλειψαν να μην πόνεσαν». Μετά αναφέρει ότι μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου έφθαναν πληροφορίες για ελληνική επίθεση στη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, όπως και για ελληνική νηοπομπή προς Κύπρο. Αυτά τα αποδίδει σε ψυχολογικό πόλεμο του εχθρού. «Η Ε.Φ. παρά την ανεπάρκειά της στην εκπαίδευση και οργάνωση, είχε καλό δίκτυο πληροφοριών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι Ελληνοκύπριοι ανακριτές ήξεραν τα πάντα για τους αξιωματικούς μας που συνελάμβαναν. Ήξεραν επίσης τα πάντα για τις δυνατότητες της 39ης Μ.Π. Πιθανή πηγή πληροφοριών ήταν το ελληνικό προξενείο της Αλεξανδρέττας που ήταν πλάι στη Λέσχη Αξιωματικών». H δημοσίευση των απομνημονευμάτων του στρατηγού μετά το θάνατό του προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από αξιωματικούς άλλων σχηματισμών που αισθάνθηκαν μειωμένοι. Έτσι ο ανάπηρος πολέμου συνταγματάρχης εν αποστρατεία Ulvi Berberoglou, έγραψε : «…η αξιολόγηση για το Σωματάρχη Στρατηγό Ersin είναι λανθασμένη. Αυτός κατέβηκε στην Κύπρο από τις 11.30 π.μ. της 20ής Ιουλίου με ελικόπτερο και ανέλαβε αμέσως τη διοίκηση των αεραποβατικών και αποβατικών δυνάμεων. Ενώ ο Ντεμιρέλ έφτασε 2 μέρες αργότερα. H αεραπόβαση με αλεξίπτωτα και ελικόπτερα στα μετόπισθεν του εχθρού, είναι η πιο δύσκολη μέθοδος πολέμου και έχει πολλές απώλειες. [Σ.Σ. Οι Τούρκοι δεν πραγματοποίησαν αεραπόβαση το ’74, αλλά ενίσχυσαν έναν ευρύ θύλακα στον οποίο με την ΤΟΥΡΔΥΚ και τους Τουρκοκυπρίους είχαν ήδη 10.000 άνδρες σε εκ των προτέρων οχυρομένες θέσεις]. Ήταν πολύ δύσκολος ο πόλεμος στην οροσειρά του Πενταδάκτυλου που ήταν στην κατοχή του εχθρού και παρεμβάλετο μεταξύ της αμφίβιας δύναμης και των αεροπορικών δυνάμεων. [Σ.Σ. Οι Τούρκοι κατείχαν ήδη από το 1964 το πέρασμα του Αγ. Ιλαρίωνα που οδηγούσε στις βόρειες ακτές. Έτσι ο Πενταδάκτυλος δεν αποτελούσε κώλυμα γι’ αυτούς. Το τουρκοκυπριακό χωριό Τέμπλος που ήταν το βόρειο όριο του θύλακα απείχε μόνο 1χλμ. από την ακτή]. Παρά τις δυσκολίες, η αεραποβατική Ταξιαρχία (περιλάμβανε το 230 Τ.Π.) και η Ταξιαρχία Κ/Δ (περιλάμβανε και Τάγμα Κ/Δ της Χωροφυλακής), βάδισαν βήμα προς βήμα προς τους στόχους τους, τους οποίους κατέλαβαν. Με επίθεση στις 22.7.74 ώρα 07.30 το 2ο Τάγμα Κ/Δ στα δυτικά και το 2ο Τάγμα Α/Π ανατολικά έφθασαν στο Καζάφανι και Μπέλα Παΐς και συνενώθηκαν με την αμφίβια ταξιαρχία Cakmak. Το μόνο που πέτυχε ο Ντεμιρέλ και η δύναμη Bora ήταν εκ των υστέρων να προωθηθεί με 2 ΤΟΜΠ M113 από την ακτή στο Darbogar όπου ήταν η έδρα του σώματος. Οι μονάδες που έλαβαν μέρος στην 1η επιχείρηση ήταν η Ταξιαρχία Α/Π, η Ταξιαρχία Κ/Δ, η ΤΟΥΡΔΥΚ και η ταξιαρχία Cakmak του Ντεμιρέλ. Ελάχιστα άτομα φοβήθηκαν και εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Έτσι ο ισχυρισμός ότι αυτές οι επίλεκτες μονάδες δεν έκαναν το καθήκον τους δε στέκει». Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η αφήγηση του Ντεμιρέλ για τις προπαρασκευές της εισβολής με ασκήσεις. «Η 39η Μ.Π. τον Οκτώβριο του 1969 πραγματοποίησε αποβατική άσκηση. Παρά την ευαρέσκεια των ανωτάτων αξιωματικών που την παρακολούθησαν διαπιστώθηκαν πολλές ατέλειες. Οι ακτές της άσκησης στην περιοχή Αλεξανδρέττας έμοιαζαν πολύ με αυτές της Κύπρου. Οι μονάδες όμως είχαν αποβιβάσει τους στρατιώτες πολύ πρόχειρα, αγνοώντας όταν ο εχθρός θα τους έβαλε με πυρά σε πραγματικά γεγονότα. H απόκρυψη και η παραλλαγή δεν έγινε όπως πρέπει. Αλλη άσκηση έγινε στις 30.8.72 και έλαβε μέρος το 50ο Σ.Π. με το Σχη Karaoglanoglu και τον Ταξίαρχο Boratas. H άσκηση έγινε στην ακτή Alata, 30km δυτικά της Μερσίνας και 22km νότια του Iskenderum. H άσκηση είχαν σαν πρότυπο την απόβαση της Νορμανδίας. H ακτή είχε πλάτος μόνο 300μ και επέτρεπε την ταυτόχρονη προσέγιγιση 4-6 αποβατικών ακάτων. Όλοι πιστεύαμε ότι ήταν πολύ στενή για την ανάπτυξη ολόκληρου Συντάγματος Π/Ζ. Οι μονάδες αποβιβάζονταν στην ακτή αργά, χωρίς να υπολογίζουν τα υποθετικά πυρά του εχθρού. Έπρεπε η απόβαση και η επίτευξη του πρώτου χρόνου να γίνει πιο γρήγορα. Οι μονάδες του πρώτου κύματος έπρεπε να έχουν τεθωρακισμένα, όμως λαμβάνοντας υπόψη των διατιθεμένων αποβατικών τότε δεν μπορούσαμε να μεταφέρουμε τεθωρακισμένα στο πρώτο και δεύτερο κύμα. Μόνο με την ειρηνευτική επιχείρηση στην Κύπρο διαπιστώσαμε ότι αυτό ήταν λανθασμένη εντύπωση. Το 1973, η ετήσια αποβατική άσκηση ακυρώθηκε λόγω του Αραβοϊσλαηλινού πολέμου Yom Kippur. Από το Φεβρουάριο του 1974 οι συναγερμοί και οι εντατικές προετοιμασίες της 39ης Μ.Π. για την εισβολή εντατικοποιήθηκαν».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η αναφορά του Ντεμιρέλ για τις διοικήσεις που ενεπλάκησαν στην εισβολή: Σε πρώτη φάση: α) Αρχηγείο ΓΕΕΘΑ και τριών όπλων Ε.Δ. β) Διοίκηση ζώνης νοτίου θαλάσσης γ) Διοίκηση 6ου Σ.Σ. Αδάνων δ) Διοίκηση 1ης ATA ε) Διοίκηση 2ας ATA στ) Διοίκηση 39ης Μ.Π. ζ) Διοίκηση Αποβατικών Δυνάμεων η) Διοίκηση Ταξιαρχίας Κ/Δ Bolu θ) Διοίκηση Ταξιαρχίας Α/Π ι) Διοίκηση ΤΟΥΡΔΥΚ κ) Διοίκηση TMT (Τουρκοκύπριοι). Σε δεύτερη φάση: α) Διοίκηση Χωροφυλακής β) Διοίκηση 28ης Μ.Π. γ) Διοίκηση Τεθωρασκισμένων δ) Διοίκηση 5ης Τ.Θ.Τ. ε) Διοίκηση Αεροπορίας Στρατού.

ΣΧΟΛΙΑ
Τα κυριότερα νέα στοιχεία που μας δίνει ο Ντεμιρέλ είναι:
α) Το πρώτο κύμα αμφιβίων δυνάμεων ήταν 3.500 άνδρες και περιλάμβανε το 50ό Σ.Π. και το 6ο Σύνταγμα Πεζοναυτών (αυτό ήταν ουσιαστικά ενισχυμένο τάγμα, διότι διοικείτο από Ανχη και διότι ήταν αδύνατο ν’αναπτυχθούν δύο συντάγματα σε τόσο στενή ακτή). Περιλάμβανε επίσης ίλη 15 αρμάτων, 8-10 M113 με όλμους 4.2″ και μοίρα με 12 πυροβόλα. Έτσι αυτό που αναφέρουν οι ελληνικές πηγές ότι το πρώτο κύμα δεν πέτυχε να επεκταθεί διότι εστερείτο αρμάτων δε στέκει. Απέναντί τους η Ε.Φ. διέθετε 6 άρματα T-34 και 8 πυροβόλα 25 λιβρών και 9 M1942 76mm. Ενώ είχαν πλήρη υπεροχή αέρος και υποστήριξη από το ναυτικό πυροβολικό. Τα άρματά τους και τα πυροβόλα αποβιβάστηκαν αργά λόγω του εύστοχου των πυρών της Ε.Φ. που παρεμπόδισε τα αποβατικά. Τα μεν άρματά τους εξάντλησαν τα καύσιμά τους άσκοπα χωρίς να προωθηθούν μέχρι την άφιξη του δευτέρου κύματος στις 22.7.74. Τα πυροβόλα τους εξάντλησαν τα πυρομαδικά τους χωρίς να δημιουργήσουν πρόβλημα στην Ε.Φ., απ’ αυτό και η εντύπωση του Ταξίαρχου Σέργη ότι εστερούντο πυροβολικού.

β) Το δεύτερο κύμα που έφθασε στις 22.7.74 υπό τον Ντεμιρέλ ήταν μία επείγουσα αποστολή 500 ανδρών. Περιλάμβανε: Το λόχο Στρατηγείου και Λόχο Διαβιβάσεων της 39ης Μ.Π., ίλη 15 αρμάτων, μοίρα πυροβολικού 12 πυροβόλων, μηχανοκίνητο λόχο με 10 M113 με όλμους 4.2″, και 150 άνδρες των ειδικών δυνάμεων που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προώθηση προς την Κερύνεια. Πιθανόν όμως λιγο αργότερα να ακολούθησε και άλλη αποστολή δυνάμεων. H άφιξη του 2ου κύματος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο ηθικό των Τούρκων και αντίθετα αρνητικό ρόλο στο ηθικό της Ε.Φ.

γ) Το γεγονός ότι ο Διοικητής του 50ού Σ.Π. Καραογλάνολγου δε φονεύθηκε από βλήμα όλμου —που είναι ένα τυχαίο γεγονός που απλώς υποδηλώνει την ευστοχία των πυρών της Ε.Φ, αλλά κατά τη νυκτερινή από δυσμάς αντεπίθεση του 286 Μ.Τ.Π. και του 281 Τ.Π. δύο μονάδων που είχαν σχεδόν διαλυθεί από την τουρκική αεροπορία— φανερώνει ότι, αν οι δυνάμεις αυτές επέμεναν ακόμη λίγο, το προγεφύρωμα θα διαλυόταν. Αν συνέχιζαν την προσβολή, του Σ.Δ. Των αποβατικών δυνάμεων, αυτές θα «αποκεφαλίζονταν». Είδαμε πόση αναστάτωση επέφερε ένα εύστοχο βλήμα των 3,5″.

δ) Νέα είναι και η πληροφορία ότι σε ορισμένους τομείς στον Αττίλα 2, ίσως οι Τούρκοι προωθούντο περισσότερο, όμως είχαν αναθεωρήσει τα σχέδιά τους διότι νόμιζαν ότι δεν επαρκούσαν οι δυνάμεις τους.

ε) Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός που καμιά ελληνική πηγή δεν αναφέρει, ότι πολύ νωρίς το πρωί στις 11.30 της 20ής Ιουλίου όλο το επιτελείο του 6ο Σ.Σ. των Αδάνων που διοικούσε τις επιχειρήσεις μεταφέρθηκε με την 1η αποστολή Ε/Π στην περιοχή Αγύρτας. H περιοχή αυτή παρά λίγο να πέσει στα χέρια της Ε.Φ. το βράδυ της 20ής Ιουλίου μετά την επίθεση των μοιρών Κ/Δ της Ε.Φ.

στ) Σημαντική είναι και η πληροφορία ότι ο Τούρκος Α/ΓΕΣ και ο Διοικητής της 2ας Στρατιάς επισκέφθηκαν την Κύπρο την 1.8.74, πριν από την εκδήλωση του Αττίλα 2 για επί τόπου εκτίμηση της κατάστασης.

Σημειώσεις
Περιοχή Αγύρτας στους πρόποδες του Πενταδάκτυλου.
Πρόκειται για τα στρατεύματα του πρώτου κύματος της εισβολής. Δηλαδή την Ομάδα Μάχης του 50ού Σ.Π. της 39 Μ.Π., το 6ο Σύνταγμα (τάγμα στην πραγματικότητα) Πεζοναυτών, ίλη 15 αρμάτων και Μ.Π.Π. (12 πυροβόλα), καθώς και μερικά 8-10 ΤΟΜΠ M113.
„ Το χωριό Τέμπλος αποτελούσε τα βόρεια όρια του μεγάλου θύλακα Λευκωσίας-Αγύρτας, και απείχε μόνο 1km από την ακτή. H παραλία Γλυκιώτισσας ήταν η πλησιέστερη προς αυτό. Ήταν όμως βραχώδης και κοντά βρισκόταν το στρατόπεδο του 251 Τ.Π. της Ε.Φ. Έγινε απόπειρα προσέγγισης αποβατικών ακάτων στην παραλία αυτή, όμως λόχος της Ε.Φ. άνοιξε πυρ με ελαφρά όπλα και οι Τούρκοι δεν προχώρησαν σε απόβαση εκεί.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Διαβάστε επίσης:

Η Αρχή του Κυπριακού Προβλήματος και το Ιστορικό Υπόβαθρο της Εισβολής – Μέρος 1ο

Η αρχή του Κυπριακού Προβλήματος Μέρος 2ο – EOKA και ανεξαρτησία

Η αρχή του Κυπριακού Προβλήματος Μέρος 3ο – Οι διακοινοτικές συγκρούσεις του 63

 


Μοιραστείτε το άρθρο
  •  
  •  
  •  

2
Leave a Reply

avatar
  
smilegrinwinkmrgreenneutraltwistedarrowshockunamusedcooleviloopsrazzrollcryeeklolmadsadexclamationquestionideahmmbegwhewchucklesillyenvyshutmouth
2 Comment threads
0 Thread replies
0 Followers
 
Most reacted comment
Hottest comment thread
2 Comment authors
John the EconomistExploit Recent comment authors

  Subscribe  
newest oldest most voted
Notify of
Exploit
Guest
Exploit

Για εμένα που γεννήθηκα 5 χρόνια μετά τα γεγονοτα, μεγάλωσα με την εικόνα ότι για όλα έφταιγαν οι Αμερικάνοι οι Άγγλοι και η Χούντα.
Τελικά αποδεικνύεται ότι αν είχαν πιάσει από ένα δίκανο οι Κύπριοι θα είχαν ρίξει στην θάλασσα αυτό το συνοθύλευμα και δεν θα αντιδρούσε κανείς.

John the Economist
Guest
John the Economist

Είναι εξόχως στενάχωρο να διαπιστώνει κανείς ότι με την ελάχιστη παραπάνω οργανωμένη προσπάθεια απο την Εθνική Φρουρά και την ΕΛΔΥΚ το προγεφύρωμα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί και τελικά δεν θα είχαμε τα τραγικά αποτελέσματα της διχοτόμησης του νησιού