23.6 C
Athens
Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου, 2020
Αρχική MEDIA ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Κουρσάροι της Ιβηρικής, Φωτογραφία της Ημέρας

Κουρσάροι της Ιβηρικής, Φωτογραφία της Ημέρας

Μοιραστείτε το άρθρο
  • 299
  •  
  •  

Καλημέρα και καλή εβδομάδα!

Ολοκληρώνουμε το τεύχος ΜΑΪΟΥ 2020, το οποίο ελπίζουμε να είναι κοντά σας αμέσως μετά το τριήμερο της Πρωτομαγιάς! 

Και για τους λίγους που αναρωτιούνται εάν το τεύχος ΑΠΡΙΛΙΟΥ κυκλοφόρησε… είναι ακόμη στα περίπτερα. Εάν έχετε πρόβλημα να το βρείτε ή να το προμηθευτείτε στείλτε μας  ένα e-mail στη διεύθυνση [email protected]

Πορτογαλικό A-7P Corsair II με Sidewinder, Maverick, καλάθους ρουκετών και βόμβες.

(Πηγή φωτό @Defence360)

 

Forca Aerea Portuguesa  A-7P (FAP) Από άρθρο μας στην ΠΤΗΣΗ Νο 339)

Η αναδιάρθρωση και ο εκσυγχρονισμός της Πορτογαλικής Αεροπορίας, που περιλάμβανε και την προμήθεια των A-7, μια προσπάθεια που έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την ιστορία της απόκτησης των ελληνικών Corsair II, τοποθετείται σε μια έντονη περίοδο της ιστορίας της χώρας της Ιβηρικής, τους αποικιακούς ή υπερπόντιους πολέμους (Guerra do Ultramar). Στους τελευταίους, από το 1961 έως και το 1974, η δικτατορία της Λισαβόνας αντιμετώπισε την άνοδο των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στις αφρικανικές αποικίες της, με τη μακροχρόνια πολεμική εμπλοκή να συμβάλει τελικά σε σημαντικό βαθμό στην ανατροπή του καθεστώτος Σαλαζάρ με το στρατιωτικό κίνημα της «Επανάστασης της Γαριφάλων». Οι πορτογαλικές ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Αεροπορίας (FAP), πολέμησαν ταυτόχρονα σε τρία θέατρα επιχειρήσεων, την Ανγκόλα, την τότε Πορτογαλική Γουινέα (αργότερα Γουινέα – Μπισάου) και τη Μοζαμβίκη, αντιμετωπίζοντας τους όλο και καλύτερα εξοπλισμένους με σοβιετική και κουβανική βοήθεια αντάρτες, καθώς η περιοχή γινόταν άλλο ένα σημείο αντιπαράθεσης και περιφερειακών συγκρούσεων του Ψυχρού Πολέμου.

Μια από τις πρώτες προσπάθειες απόκτησης σύγχρονου αεροπορικού υλικού χρονολογείται στο 1968, σε μια έξαρση των επιχειρήσεων στην Αφρική, όταν τα F-84G και F-86E/F αποδείχθηκαν ανεπαρκή, ενώ και τα Fiat G.91, που είχαν μπει σε υπηρεσία πιο πρόσφατα, δεν είχαν τις απαιτούμενες δυνατότητες, συγκρινόμενα με το υλικό που αποκτούσαν οι αεροπορίες του ΝΑΤΟ τη συγκεκριμένη περίοδο. Η σχετική διαδικασία για την απόκτηση ενός υπερηχητικού μαχητικού με δυνατότητες αναχαίτισης σε μεγάλα ύψη, μεγάλη ικανότητα μεταφοράς οπλικού φορτίου και εμβέλεια που θα του επέτρεπε να πετά απ’ ευθείας από «μητροπολιτικές» βάσεις στο Πράσινο Ακρωτήριο για αφρικανική ανάπτυξη, ξεκίνησε με αναζήτηση μέσα από ένα μεγάλο κατάλογο αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των Dassault Mirage III/5, Northrop F-5, ενώ υπήρχαν και πιο φιλόδοξες προθέσεις για McDonnell Douglas F-4C. Η  FAP ευνοούσε ένα δικινητήριο αεροσκάφος με ικανότητα διατήρησης ταχύτητας 2 Μαχ σε ευθεία πτήση και ικανότητα ανόδου στα 40.000 πόδια σε πέντε λεπτά, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά το Phantom II, αλλά το καθεστώς Σαλαζάρ διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Γαλλία, που έβλεπε τα συμφέροντά της να ταυτίζονται με τα πορτογαλικά στην προσπάθεια διατήρησης των αφρικανικών αποικιών.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, η Πορτογαλία βρισκόταν κάτω από εμπάργκο πώλησης όπλων που είχε επιβληθεί από τον ΟΗΕ, ενώ η Ουάσιγκτον πίεζε από τη μεριά της λόγω της χρήσης αμερικανικών όπλων και ειδικά των F-84G και F-86F στις πολεμικές επιχειρήσεις. Από την άλλη, το Παρίσι είχε ήδη γίνει ο κύριος προμηθευτής όπλων της Λισαβόνας τη συγκεκριμένη περίοδο και, έτσι, η στροφή της τελευταίας και πάλι στη Γαλλία για σύγχρονα αεροπλάνα ήταν κάτι αναμενόμενο. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος διαπραγματεύσεων για την ικανοποίηση της πορτογαλικής ανάγκης για 60 αεροπλάνα, ικανά να εξοπλίσουν πέντε Μοίρες, με 24 να προορίζονται για την αεράμυνα των μητροπολιτικών εδαφών και 36 για τις αποικίες. Τα σχετικά κονδύλια, όμως, για την προμήθεια σε δυο φάσεις εγκρίθηκαν τελικά μόλις το 1971 και για τα επόμενα δυο χρόνια η διαπραγμάτευση αφορούσε αρχικά στην αγορά 50-60 Mirage III/5. Βέβαια, τη συγκεκριμένη περίοδο οι Γάλλοι προωθούσαν το νέο Mirage F.1, που ήταν, όμως, σημαντικά ακριβότερο, ενώ υπόσχονταν παραδόσεις σε τρία ή τέσσερα χρόνια, χρόνος που δεν εξυπηρετούσε την  FAP. Σε μια δυσμενή, μάλιστα, τροπή των επιχειρήσεων στην Αφρική, όταν η εμφάνιση σοβιετικής προέλευσης φορητών αντιαεροπορικών πυραύλων SA-7 είχε ως αποτέλεσμα την κατάρριψη πέντε πορτογαλικών αεροσκαφών σε διάστημα λίγων εβδομάδων, το θέμα έγινε εξαιρετικά επείγον.

Οι πληροφορίες της εποχής αναφέρουν ότι η κυβέρνηση Πομπιντού εξέταζε πορτογαλικό αίτημα για την παραχώρηση μιας ή δυο Μοιρών Mirage 5F, αεροσκαφών που προορίζονταν αρχικά για το Ισραήλ και τελικά είχαν μπει σε υπηρεσία με την Armee de l’Air. Τη συγκεκριμένη περίοδο, όμως, μια δέσμη γεγονότων εξελίσσονταν παράλληλα, με κυρίαρχη την ολοκλήρωση της γαλλικής αποδέσμευσης από τις αποικίες της στην Αφρική και την προσπάθεια του Παρισιού να ομαλοποιήσει την κατάσταση σε νέα βάση σχέσεων με τις χώρες που είχαν δημιουργηθεί εκεί. Έτσι, τα συμφέροντά του άρχισαν να ταυτίζονται όλο και λιγότερο με αυτά της Λισαβόνας και η συνέχιση της παροχής όπλων για τους αποικιακούς πολέμους της δεύτερης ήταν πλέον ευαίσθητο θέμα. Από την άλλη, η ίδια η Πορτογαλία αντιμετώπιζε μια ραγδαία εξελισσόμενη οικονομική κρίση, η οποία καθιστούσε αδύνατη τη χρηματοδότηση των προβλεπόμενων εξοπλιστικών προγραμμάτων. Την άνοιξη, όμως, του 1973 οι επαναστάτες στη Γουινέα σημείωσαν νέες επιτυχίες, ενώ αργότερα μέσα στο καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς αναφέρθηκε και η εμφάνιση Κουβανών συμβούλων, οι οποίοι ενίσχυσαν την αεροπορία της – ήδη ανεξάρτητης από τη γαλλική αποικιοκρατία – γειτονικής Δημοκρατίας της Γουινέας, η οποία διέθετε, μάλιστα, και MiG-17F. Έτσι και παρά τα ισχνά οικονομικά της, η κυβέρνηση Σαλαζάρ εξασφάλισε επιπλέον κονδύλια για την αγορά 50 Mirage III ή Mirage 5, εγκαταλείποντας τα ακριβά και όχι άμεσα διαθέσιμα F.1, αν και οι Γάλλοι ήταν πλέον κάθετα αρνητικοί στη στάθμευση των μαχητικών τόσο στη Γουινέα όσο και στο Πράσινο Ακρωτήριο, παρόλο που οι αντιρρήσεις τους ήταν μάλλον λιγότερες για επιχειρήσεις από την Ανγκόλα ή τη Μοζαμβίκη. Τον Μάρτιο του 1974, το αίτημα έγινε επίσημο και στις 3 Απριλίου η πορτογαλική κυβέρνηση με επιστολή της προχώρησε σε παραγγελία 32 Mirage IIIEPL, μιας υποέκδοσης του IIIE, έναντι 750 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Με το εμπορικό πλαίσιο να έχει συμφωνηθεί, ο Πορτογάλος υπουργός Άμυνας Ρουί Πατρίσιο συναντήθηκε το πρωί της 24 Απριλίου 1974 με τον Γάλλο πρεσβευτή στη Λισαβόνα για να συμφωνηθεί το πολιτικό πλαίσιο και, κυρίως, οι περιορισμοί στη στάθμευση των αεροσκαφών στα αποικιακά εδάφη. Η «Επανάσταση των Γαριφάλων», όμως, στις 25 Απριλίου έβαλε τέρμα στη διαδικασία και η Πορτογαλική Αεροπορία δεν απέκτησε ποτέ τα Mirage.

Αν και στη μεταδικτατορική περίοδο, με πρόθεση απεμπλοκής από τους αποικιακούς πολέμους και με την οικονομική κρίση να κορυφώνεται, η νέα πορτογαλική κυβέρνηση δεν είχε τους εξοπλισμούς σε υψηλή προτεραιότητα, εντούτοις αποφάσισε να εξαργυρώσει το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη διατήρηση των διευκολύνσεων στη βάση Lajes στις Αζόρες. Έτσι, τον Ιούνιο του 1974 και στο πλαίσιο των σχετικών διαπραγματεύσεων, υποβλήθηκε επίσημο αίτημα στην Ουάσιγκτον για την προμήθεια μέσω στρατιωτικής βοήθειας μιας Μοίρας F-4E, μιας Μοίρας F-5E/F καθώς και εκπαιδευτικών T-38A και T-41. Ένα μήνα αργότερα και με βάση την αμερικανική απάντηση, η νέα απαίτηση για την επίτευξη συμφωνίας για τη Lajes συγκεκριμενοποιήθηκε σε 12 F-5E, 4 F-5F, 16 T-38A Talon, 20 T-41A και 12 επιθετικά ελικόπτερα AH-1Q, σε ένα πακέτο συνολικής αξίας 165 εκατομμυρίων δολαρίων. Την ίδια περίοδο, η επαναδιαπραγμάτευση για τη χρήση της βάσης Beja από τη Δυτική Γερμανία για εκπαίδευση και βολές πραγματικών όπλων είχε αποδώσει επιπλέον G.91 που απέσυρε η Luftwaffe (η οποία παραχώρησε αργότερα και AlphaJet). Η αμερικανική ανταπόκριση, πάντως, στο πορτογαλικό αίτημα, αν και θετική σε ό,τι αφορούσε στη στρατιωτική βοήθεια, είχε εντούτοις διαφορετική φιλοσοφία για τις ανάγκες της Λισαβόνας, εντάσσοντάς τις στο ευρύτερο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο που ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν σε κλιμάκωση. Έτσι, αντί για τα Phantom II ή τα Tiger ΙΙ που επιθυμούσαν οι Πορτογάλοι με πρόθεση την ενίσχυση του τομέα της αεράμυνας, οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι ένα αεροσκάφος κρούσης με πεδίο δράσης τον Ατλαντικό εναντίον του Σοβιετικού Ναυτικού θα εξυπηρετούσε καλύτερα τους νατοϊκούς σχεδιασμούς. Έτσι, έπεσε για πρώτη φορά στο τραπέζι το ενδεχόμενο παραχώρησης A-4 Skyhawk ή A-7 Corsair II. Από την άλλη πλευρά, η  FAP προωθούσε την ιδέα των υπερηχητικών μαχητικών και, προσηλωμένη στα F-5E, προχώρησε το 1976 στην ενοικίαση T-38A κάτω από το πρόγραμμα «Peace Talon». Έξι αεροσκάφη παραδόθηκαν από αμερικανικά αποθέματα το 1977 και συγκρότησαν στην Esquadra 51 σμήνος μετεκπαίδευσης και προεπιχειρησιακής προετοιμασίας για το νέο μαχητικό.

Για τα επόμενα δυο χρόνια και καθώς η Πορτογαλία αντιμετώπιζε τον συνδυασμό της οικονομικής κρίσης και της μεταδικτατορικής πολιτικής αστάθειας, το θέμα της συμφωνίας με τις ΗΠΑ για τη βάση Lajes παρέμενε σε εκκρεμότητα. Τον Νοέμβριο του 1979, πάντως, οι συνομιλίες ανάμεσα στις δυο χώρες, οι οποίες είχαν διακοπεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, επαναλήφθηκαν με μια νέα αμερικανική πρόταση για 20 F-5 Tiger II (16 μονοθέσια και 4 διθέσια), παραδοτέα το φθινόπωρο του 1981. Ενώ, όμως, η πρόταση φαινόταν να εξυπηρετεί τη φιλοδοξία της  FAP, η εξέλιξή της σκάλωνε σε μια σημαντική λεπτομέρεια: η Ουάσιγκτον αξιολογούσε το συμβόλαιο για τη δεκαετή παράταση της χρήσης της βάσης στα 72 εκατομμύρια δολάρια και προσέφερε το πακέτο των αεροπλάνων για 120 εκατομμύρια, αφήνοντας ένα εκκρεμές υπόλοιπο 48 εκατομμυρίων, το οποίο θα έπρεπε να καλύψει η Λισαβόνα. Μια νέα αμερικανική πρόταση για δέκα F-5E και δύο F-5F έναντι 79 εκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων εκπαίδευσης, ανταλλακτικών και όπλων, μπήκε στη συνέχεια σε συζήτηση, αλλά και πάλι η πορτογαλική κυβέρνηση θεωρούσε το κόστος πολύ υψηλό. Έτσι, στην τελική της πρόταση η αμερικανική πλευρά επανέφερε το Corsair II, προσφέροντας 30 Α-7Α έναντι 49 εκατομμυρίων δολαρίων και αφήνοντας περιθώριο χρημάτων για τη χρηματοδότηση άλλων εξοπλιστικών προγραμμάτων που επιθυμούσαν οι Πορτογάλοι, αν και κάποια από αυτά τα χρήματα θα έπρεπε τελικά να χρησιμοποιηθούν για τον εκσυγχρονισμό των αεροσκαφών. Η  FAP δεν αποκτούσε, βέβαια, το υπερηχητικό αναχαιτιστικό που επιθυμούσε για να αντικαταστήσει τα F-86, αλλά το A-7 ήταν ένα ικανό αεροσκάφος κρούσης, το οποίο θα της επέτρεπε να μεταθέσει αυτήν την ανάγκη για το μέλλον. Έτσι, το Corsair II επιλέχθηκε τελικά ως μέρος της λύσης εκσυγχρονισμού της  FAP και το σχετικό συμβόλαιο υπογράφηκε στις 5 Μαΐου 1980 για 20 αεροπλάνα κάτω από πρόγραμμα στρατιωτικής βοήθειας. Τα αεροσκάφη προήλθαν από τα αποθέματα A-7A του Αμερικανικού Ναυτικού, το οποίο είχε αποσύρει τη συγκεκριμένη έκδοση από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας (με την έλευση των A-7E), και από συνολικά 28 όχι άμεσα πτήσιμα αεροπλάνα που επιλέχθηκαν στην AMARC, με τα οκτώ να συνεισφέρουν ως πηγή ανταλλακτικών. Αναφέρεται ότι τα αεροσκάφη, όπως και αυτά της δεύτερης παρτίδας (βλέπε παρακάτω), είχαν ανάμεσα στις 2.330 ώρες πτήσης το νεώτερο και τις 4.523 ώρες το παλαιότερο, όταν επιλέχθηκαν για ανακατασκευή και αξιοποίηση.

Τα μαχητικά, γνωστά πλέον ως A-7P, πέρασαν από γενική συντήρηση και ομογενοποιήθηκαν με βελτιώσεις στα ηλεκτρονικά που είχαν υιοθετηθεί από το USN στα A-7B/E, ενώ τοποθετήθηκε ο κινητήρας Pratt & Whitney TF30-P-408, τον οποίο «φορούσαν» τα A-7B στο τέλος της καριέρας τους (πρακτικά μέσω συλλογής μετατροπής των TF30-P-8). Οι πρώτοι Πορτογάλοι πιλότοι εκπαιδεύτηκαν από την κατασκευάστρια εταιρία Vought στο Τέξας, ενώ τα αεροπλάνα άρχισαν να παραδίδονται τον Αύγουστο του 1981, οπότε και ανακοινώθηκε η πρόθεση αγοράς επιπλέον μαχητικών για τη δημιουργία μιας δεύτερης Μοίρας. Η υπερατλαντική μεταφορά των αεροσκαφών ξεκίνησε στις 21 Δεκεμβρίου 1981 κάτω από το πρόγραμμα «Peregrine Falcon», με πληρώματα που παρείχε η Vought μαζί με τους πρώτους Πορτογάλους χειριστές, σε δυο παρτίδες των πέντε και τεσσάρων αεροσκαφών, τα οποία προσγειώθηκαν στη βάση του Monte Real την παραμονή των Χριστουγέννων. Έτσι, η επίσημη τελετή άφιξης έγινε στις 8 Ιανουαρίου και τα αεροπλάνα εντάχθηκαν στην 302η Μοίρα, με τα υπόλοιπα έντεκα να ολοκληρώνουν την παράδοσή τους το διάστημα Φεβρουαρίου – Σεπτεμβρίου 1982. Στο μεσοδιάστημα, τον Απρίλιο του 1982, το Αμερικανικό Ναυτικό παραχώρησε για 18 μήνες (αργότερα η μίσθωση επεκτάθηκε για άλλους 18) ένα TA-7C (τροποποιημένο διθέσιο από A-7B) προκειμένου να υποβοηθηθεί η μετάπτωση των Πορτογάλων πιλότων στον τύπο. Οι τελευταίοι, αντί να πετούν το πρώτο τους σόλο στα A-7P, συμπλήρωναν περίπου δέκα ώρες στο διθέσιο, πριν περάσουν στα μονοθέσια. Την άνοιξη του 1983, η  FAP παρήγγειλε τη δεύτερη παρτίδα Corsair II με 24 μονοθέσια και έξι διθέσια TA-7P, τα οποία παραδόθηκαν την περίοδο Οκτωβρίου 1984 – Απριλίου 1986, αν και ένα από τα μονοθέσια αεροσκάφη συνετρίβη πριν την παράδοσή του σε πτήση δοκιμής στο Τέξας ως αποτέλεσμα σύγκρουσης και εισρόφησης πουλιού από τον κινητήρα στις 9 Μαΐου 1984. Ο πιλότος του, αν και αναφέρεται ότι εκτινάχθηκε σε χαμηλό ύψος, σκοτώθηκε, ενώ το αεροπλάνο δεν αντικαταστάθηκε, καθώς βρισκόταν ήδη σε πορτογαλική ιδιοκτησία. Η δεύτερη παρτίδα των αεροσκαφών αυτών (που διέφερε οπτικά από την πρώτη από την «wraparound» παραλλαγή) προήλθε από την επιλογή 42 συνολικά A-7A στην AMARC και εξόπλισε τη νεοσυσταθείσα 304η Μοίρα, ενώ τα TA-7P συγκρότησαν ένα σμήνος μετεκπαίδευσης στον τύπο, μοιρασμένα ανάμεσα στις δυο Μοίρες. Τα TA-7P προήλθαν επίσης από A-7A με την ίδια μετασκευή προσθήκης προέκτασης της ατράκτου για να δημιουργηθεί το δεύτερο πιλοτήριο που έγινε και στα ΤA-7C/Α-7K/TA-7H. «Φορούσαν» και αυτά τον βελτιωμένο κινητήρα TF30-P-408, αλλά δε διέθεταν τα δυο πυροβόλα Mk 12.

To σύνολο των πορτογαλικών Corsair ΙΙ ομογενοποιήθηκε με ραντάρ AN/APQ-126, ΣΕΠ AN/ASN-91B και συνεργαζόμενο αδρανειακό σύστημα ναυτιλίας AN/ASN-90 με υποστήριξη συστήματος Ντόπλερ AN/ASN-190, HUD, προβολικό χάρτη κ.ά. Το σύστημα ανεφοδιασμού εν πτήσει «hose-and-drogue» διατηρήθηκε, καθώς κρίθηκε ότι η αποστολή των αεροσκαφών σε ναυτική κρούση πάνω από τον Ατλαντικό και τη δυτική Μεσόγειο απαιτούσε τέτοια δυνατότητα. Στον αρχικό εξοπλισμό συμπεριλήφθηκε και RWR AN/ALR-46, που αντικαταστάθηκε το 1990 με SPS-1000, σε συνεργασία με διανομέα αναλωσίμων AN/ALE-40, ενώ το 1991 αποκτήθηκε και μικρός αριθμός ατρακτιδίων ECM AN/ALQ-131.

Τα A-7P είχαν τη δυνατότητα μεταφοράς AIM-9P και αργότερα AIM-9L, ποικιλίας μη κατευθυνόμενων και βομβών διασποράς, ρουκετών καθώς και πυραύλων AGM-65A/B.

Τα κύρια καθήκοντά τους στην 302η Μοίρα, όπου αντικατέστησαν F-86D, και στη νέα 304η Μοίρα, ήταν η υποστήριξη ναυτικών επιχειρήσεων και η κρούση σε ναυτικό περιβάλλον στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, με δευτερεύοντες εθνικούς ρόλους την εγγύς υποστήριξη χερσαίων δυνάμεων.

Ακόμη, όμως, και μετά την απόκτηση της πρώτης παρτίδας των Corsair, η Πορτογαλία επέστρεψε στην αναζήτηση αντικαταστάτη των F-86F στον ρόλο της αεράμυνας, ο οποίος είχε μείνει ανεκπλήρωτος, αν και – χωρίς σημαντικά κονδύλια πλέον – στράφηκε κυρίως προς την αγορά μεταχειρισμένων αεροσκαφών. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν το υψηλό κόστος των Tiger II απέτρεψε την προμήθειά τους, η  FAP είχε εξετάσει την αγορά Freedom Fighter από τα αποθέματα άλλων χωρών του ΝΑΤΟ. Όταν, όμως, το 1982 επέστρεψε με την ίδια επιδίωξη, το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων, κυρίως από την Ολλανδία, είχε ήδη διαμοιραστεί ως στρατιωτική βοήθεια σε άλλες χώρες. Τα μόνα μικρά αποθέματα που υπήρχαν ήταν F-5A/B της Βασιλικής Αεροπορίας της Νορβηγίας, τα οποία, όμως, είχαν σοβαρά δομικά προβλήματα, που ήταν κι ο λόγος για τον οποίο είχαν παραμείνει αζήτητα. Έτσι, έντεκα F-5A που διέθετε το Όσλο σε χαμηλή τιμή απαιτούσαν εκτεταμένες δομικές αποκαταστάσεις για να πετάξουν, ενώ η Νορβηγία δεν είχε αποσύρει ακόμη διθέσια F-5B, που ήταν απαραίτητα για την επιχειρησιακή μετάπτωση. Όταν δυο χρόνια αργότερα η Νορβηγία επανήλθε με νέα προσφορά για 20 μαχητικά, συμπεριλαμβανομένων και διθέσιων, η Λισαβόνα την απέρριψε, καθώς τα αεροσκάφη είχαν ήδη εξαντλήσει το 90% της «ωφέλιμης ζωής» τους και το κόστος ανακατασκευής ήταν πολύ υψηλό. Η  FAP πίστευε ότι με το ίδιο περίπου τίμημα θα αποκτούσε τελικά έτοιμα για αξιοποίηση μαχητικά και επανεξέτασε την περίπτωση απόκτησης Mirage III ή Saab Draken, τύπων που αποσύρονταν τη συγκεκριμένη περίοδο από υπηρεσία, όμως καμιά από τις δυο περιπτώσεις δεν τελεσφόρησε. Έτσι, η Πορτογαλία παρέμεινε χωρίς μαχητικό υψηλών επιδόσεων για αεράμυνα έως και το 1994, οπότε και απέκτησε F-16, ενώ στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα τα A-7 της 304ης Μοίρας κάλυψαν και αυτές τις ανάγκες.

Η εισαγωγή σε υπηρεσία των A-7, αν και δεν εκπλήρωσε την επιθυμία για υπερηχητικό μαχητικό, εντούτοις μείωσε άμεσα τον αριθμό των τύπων σε πορτογαλική υπηρεσία σε δυο. Ο άλλος τύπος ήταν τα Fiat G.91, που είχαν αποκτηθεί σε παρτίδες από γερμανικά αποθέματα, με τα πρώτα 40 G.91R4 να παραδίδονται την περίοδο 1965-1966. Η σχέση με τη Γερμανία, η οποία συνεχίστηκε και αργότερα, απέδωσε 34 G.91R3 και 11 διθέσια G.91T1 την περίοδο 1976-1981 ως «πληρωμή» για τη χρήση της βάσης Beja, όπως προαναφέρθηκε, καθώς και 36 G.91R3 μαζί με 15 G.91T1, τα οποία παραδόθηκαν το ίδιο διάστημα για εξασφάλιση ανταλλακτικών.

Η υποστήριξη πρώτου κλιμακίου των Corsair II γινόταν στις Μοίρες, αυτή του δευτέρου κλιμακίου από τη «ΜΣΒ» της Πτέρυγας, ενώ η συντήρηση τρίτου κλιμακίου υλοποιείτο στην OGMA (Oficinas Gerais de Material Aeronautico), η οποία τότε αποτελούσε μέρος της FAP. Όταν η OGMA αποσπάστηκε από την Αεροπορία και έγινε ανεξάρτητη εταιρία, συστάθηκε μια μονάδα υποστήριξης A-7 στη βάση Monte Real.

Τα A-7P ήταν αεροσκάφη ικανά στο ρόλο τους και έγιναν αγαπητά από τους χειριστές, αν και αντιμετώπισαν τόσο καλές όσο και κακές στιγμές. Η ροή των ανταλλακτικών δεν ήταν πάντα σε ικανοποιητικό επίπεδο και κατά περιόδους πολλά από τα Corsair ακινητούσαν, αναγκάζοντας τις δυο Μοίρες που τα αξιοποιούσαν, να μοιράζονται τα αεροπλάνα. Κάποιες άλλες φορές, ειδικά την περίοδο 1986-1988 όλα τα αεροσκάφη καθηλώθηκαν για μήνες λόγω προβλημάτων με τους κινητήρες.

Στη διάρκεια των 18 χρόνων χρήσης τους, η  FAP είχε αρκετά περιστατικά με 18 συνολικά απώλειες αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου και του αρχικού στις ΗΠΑ, δηλαδή το 36% του στόλου της, ενώ στα μισά από αυτά υπήρξε, δυστυχώς, και απώλεια των χειριστών. Τέσσερα από τα περιστατικά σημειώθηκαν στη διάρκεια ανάπτυξης των αεροσκαφών στο εξωτερικό. Στην πρώτη περίπτωση, την 1η Ιουλίου 1985 σε νατοϊκή άσκηση στο Βέλγιο, δυο A-7P συγκρούστηκαν στον αέρα και το ένα κατέπεσε άμεσα, ενώ το άλλο έκανε προσπάθεια για προσγείωση έκτακτης ανάγκης στο αεροδρόμιο Bierset της Λιέγης, όμως ο πιλότος του αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει, τελικά, αφού βεβαιώθηκε ότι το σημείο πτώσης ήταν εκτός κατοικημένης περιοχής. Σε ένα δεύτερο περιστατικό, ένα A-7P εγκαταλείφθηκε από τον χειριστή του στις 24 Νοεμβρίου 1987 καθοδόν για τη Σούδα σε ανταλλαγή Μοιρών, μετά από αστοχία του κινητήρα, ενώ ο πιλότος διασώθηκε. Το τρίτο, στις 13 Μαΐου 1994, αφορούσε σε ένα διθέσιο TA-7P που συνετρίβη στη Ρόζες Χιρόνα της Ισπανίας κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής αποστολής στο πλαίσιο της νατοϊκής άσκησης «Dynamic Impact 94» με αποτέλεσμα τον θάνατο του χειριστή και ενός μηχανικού που επέβαινε στο πίσω κάθισμα. Η τέταρτη περίπτωση, στις 22 Σεπτεμβρίου 1992, αφορούσε σε ένα Α-7P σε ανταλλαγή Μοιρών με ολλανδικά F-16 στην αεροπορική βάση Volkel, όπου υπήρξε και πάλι επιτυχής εγκατάλειψη. Από τα άλλα, εντός Πορτογαλίας περιστατικά, τουλάχιστον τέσσερα αποδίδονται σε σύγκρουση με πουλιά ή και εισρόφησή τους από τον κινητήρα. Σε τρία ακόμη υπήρξε συντριβή στη διάρκεια πτήσης σε χαμηλό ύψος, αν και τα πορτογαλικά A-7 δεν είχαν ως πρωτεύοντα ρόλο τη χερσαία κρούση. Σε ένα, στις 26 Μάιου 1986 στο πεδίο βολής Alcochete, υπήρξε και πάλι εναέρια σύγκρουση δυο Α-7P σε ταυτόχρονη διείσδυση για προβολή στόχων με αποτέλεσμα τη συντριβή τους και τον θάνατο ενός εκ των χειριστών, ο οποίος δεν πρόλαβε να εκτιναχθεί.

Με τη δυσκολία της υποστήριξης των αεροσκαφών ήδη έντονη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, αφού το A-7P αποτελούσε έτσι κι αλλιώς μια υβριδική έκδοση Corsair, η  FAP άρχισε να αναζητά αντικαταστάτη, που βρέθηκε – ως γνωστόν – στην προμήθεια F-16A/B από αμερικανικά αποθέματα, με την άφιξη των πρώτων τον Ιούλιο του 1994. Δυο χρόνια αργότερα, με την κήρυξή τους ως επιχειρησιακών, η 302η Μοίρα διαλύθηκε, μεταφέροντας τα μαχητικά της στην 304η. Τα αεροπλάνα αποσύρθηκαν τελικά στις 9 Ιουλίου 1999, έχοντας συμπληρώσει 63.600 ώρες σε πορτογαλική υπηρεσία.

 


Μοιραστείτε το άρθρο
  • 299
  •  
  •  

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στο ptisidiastima.com εκφράζουν απαραίτητα τους συντάκτες τους κι όχι υποχρεωτικά την ιστοσελίδα. Ο ιστότοπος δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συντακτών της και των άρθρων τους. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση των άρθρων μας χωρίς γραπτή έγκριση, αλλιώς το ptisidiastima.com θα λάβει όλα τα απαραίτητα νομικά μέτρα. Τα σχόλια των άρθρων που ακολουθούν, δεν εκφράζουν την ιστοσελίδα, παρά μόνο αυτούς τους ίδιους τους σχολιαστές. Η αρχισυνταξία έχει το δικαίωμα να λογοκρίνει σχόλιο ή να απαγορεύσει την δημοσίευσή του.

- Advertisement -

4 ΣΧΟΛΙΑ

4 Comments
oldest
newest most voted
Inline Feedbacks
View all comments
Nikolaos

Εκπληκτικό άρθρο, με σπουδαία παρασκήνια, πολιτικά και προμηθειών, από τις τελευταίες ημέρες μιας έκπτωτης αποικιακής αυτοκρατορίας. Μόνη σημείωση: Από το 1968 και το θάνατο του Σαλαζάρ, την ηγεσία του δικτατορικού καθεστώτος του Estado Novo (Νέου Κράτους) είχε αναλάβει ο Marcello Caetano. Ήταν επιφανής ακαδημαϊκός (κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Λισσαβώνας) όπως και ο προκάτοχός του Σαλαζάρ (επιφανής καθηγητής Οικονομικών απο στο αρχαιότατο Πανεπιστήμιο της Coimbra, ένα από τα τέσσερα αρχαιότερα στον κόσμο). Συνέδεσε το όνομά του με μια φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος (primavera marcellista), αλλά σύντομα η κόπωση του πληθυσμού από τη μακρά φίμωση (1926-1974, η μακρότερη δικτατορία στη… Read more »

Gilan

Τελικά είσαι ανοιχτή εγκυκλοπαίδεια, δεν το λέω ειρωνικά! 😉

Nikolaos

Υπερβάλλεις, αλλά υπόχρεως!

Gilan

Δεν είναι υπερβολή, είσαι από τους σχολιαστές που παρουσιάζουν πολλές λεπτομέρειες γύρο από ένα θέμα…!

Το Σχόλιο της Ημέρας

Karel Doorman ή M class για το ΠΝ, ίσως η καλύτερη και εκσυγχρονισμένη “ενδιάμεση λύση” που υπάρχει αυτή τη στιγμή, αλλά και η...

 Οι φίλοι μας αναγνώστες θυμούνται όλες τις παρουσιάσεις που έχουμε κάνει σε πλοία που πιθανόν να ενδιέφεραν το ΠΝ. Βλέποντας αρκετά νωρίς πως το...

Το τεύχος μας που κυκλοφορεί

Κύριο Άρθρο

Τα 6 ελληνικά Rafale F3-R νέας κατασκευής θα έρθουν το 2022

28
Τα 6 ελληνικά μαχητικά Rafale F3-R νέας κατασκευής θα φτάσουν στη χώρα μας το 2022, σύμφωνα με τον Γάλλο δημοσιογράφο Vincent Lamigeon.https://twitter.com/VincentLamigeon/status/1306206249361510400Όπως επισημαίνει ο...
Card image

ΠΤΗΣΗ September 2020

Αγορά 3.99
Card image

ΠΤΗΣΗ 2019 Δεκέμβριος #403

Αγορά 3.99
Card image

ΠΤΗΣΗ August 2020

Αγορά 3.99

Related News

Κοινή άσκηση της Εθνικής Φρουράς με τους Βρετανούς (Εικόνες)

Αεροναυτική άσκηση (PASSEX) μικρής κλίμακας πραγματοποιήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου με τη συμμετοχή κυπριακών μέσων και του βρετανικού περιπολικού πλοίου ανοικτής θαλάσσης (ΠΑΘ) HMS Trent.    Η...

Ελληνικά F-16 συνοδεύουν (ξανά) στρατηγικά βομβαρδιστικά B-52! (Εικόνες + Βίντεο)

https://youtu.be/3kABNFEWcu0Την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020 και κατόπιν πρότασης/αιτήματος της USEUCOM (US European Command), δύο αμερικανικά στρατηγικά βομβαρδιστικά τύπου Β – 52 κατά την πτήση...
- Advertisement -