Αργά το απόγευμα της 7ης Αυγούστου 1945, ο υπουργός Εξωτερικών Σιγκενόρι Τόγκο καλείται από τον αυτοκράτορα. O αδελφός του ερευνητής φυσικός, είχε αποκλείσει τη δυνατότητα ύπαρξης ατομικής βόμβας, αλλά τα ίδια τα γεγονότα τον έχουν διαψεύσει και ο  Χιροχίτο συμφωνεί πως η συνέχιση του πολέμου είναι μάταιη. O Τόγκο σαν διπλωμάτης καριέρας του απαντά πως αφού τελείωσε η διάσκεψη του Πότσδαμ, περιμένει να γίνει δεκτός  ο πρεσβευτής Σάτο από τον Μολότοφ, τον σοβιετικό υπουργό Εξωτερικών. Όταν την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε αυτή η συνάντηση ο Μολότοφ περιορίστηκε στο να γνωστοποιήσει στον εμβρόντητο ιάπωνα πρέσβη την κήρυξη πολέμου εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης.

Όμως στην Τινιάν είναι σούρουπο της 8ης Αυγούστου και λίγες μόνο ώρες απομένουν για να πραγματοποιηθεί η δεύτερη πυρηνική επιδρομή, που όπως θα δούμε παρακάτω δεν  εξελίχθηκε τόσο ομαλά όσο και η πρώτη. Το σχέδιο προέβλεπε τη συμμετοχή στην αποστολή πέντε υπερφρουρίων. Πρώτα θα ξεκινούσαν δύο «Β-29» για μετεωρολογικές μετρήσεις. Μισή ώρα αργότερα θ’ απογειωνόταν το υπερφρούριο που θα μετέφερε την ατομική βόμβα,  συνοδευόμενο από άλλα δύο «Β-29», που θα κατέγραφαν την έκρηξη και θα έπαιρναν φωτογραφίες.

Στις 02:30 της 9ης Αυγούστου, απογειώνονται από την Τινιάν τα μετεωρολογικά αναγνωριστικά N. 91 και «Straight Flush», αυτά δηλαδή που είχαν χρησιμοποιηθεί και στην  πρώτη επιδρομή. Το σκάφος που μεταφέρει τη βόμβα είναι το «Βock’s Car» που έχει παραχωρηθεί από τον κυβερνήτη του Φρεντ Μποκ στον επισμηναγό Τσαρλς Σουίνι. H βόμβα διαφέρει από εκείνη που ισοπέδωσε τη Χιροσίμα. Έχει φορτίο πλουτωνίου, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φύση. Στη βόμβα λόγω σχήματος έχει δοθεί το παρατσούκλι «Fat Μan» (Χοντρομπαλάς). Έχει μήκος 3 μέτρα και 24 εκ., διάμετρο 1 μέτρο και 35 εκ. και βάρος  4.500 κιλά. Αντίθετα από το «Little Βoy», θα φορτωθεί στο αεροπλάνο ήδη εμπυρευμένη.

Στις 02:56 της 9ης Αυγούστου το «Βock’s Car» άφηνε πίσω του την Τινιάν με κατεύθυνση τις ιαπωνικές ακτές. Το συνόδευαν άλλα δύο αεροσκάφη για επιστημονικές μετρήσεις. Το «Great Αrtiste», γνωστό και από την επιδρομή στη Χιροσίμα και ένα τρίτο «Β-29». Στα αεροσκάφη αυτά πέρα από το δωδεκαμελές πλήρωμα επιβαίνουν και τρεις επιβάτες παρατηρητές. O δημοσιογράφος Ουίλιαμ Λόρενς από τους New York Times στο «Great Αrtiste» και δύο απεσταλμένοι του Τσόρτσιλ, ο σμήναρχος Τσεσάιρ και ο ατομικός φυσικός Πένι στο άλλο αεροσκάφος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «Βock’s Car» είχε απογειωθεί με χαλασμένη μια βοηθητική αντλία καυσίμου, ένα πρόβλημα που παρουσιάστηκε την τελευταία στιγμή.

Αυτό σήμαινε ότι στην επιστροφή έπρεπε να τροποποιηθεί το αρχικό σχέδιο πτήσης και το αεροσκάφος να προσγειωθεί στην Οκινάβα για ανεφοδιασμό. Πέρα από τον κυβερνήτη Τσαρλς Σουίνι το «Βock’s Car» είχε πλήρωμα τους: Τσαρλς Ντον Αλμπερι δεύτερο πιλότο, Φρέντερικ Ασουερθ αντιπλοίαρχο υπεύθυνο για τη βόμβα, Φρεντ Όλιβι εφεδρικό πιλότο, Φιλ Μπαρνς ειδικό στα ηλεκτρονικά, Τζέικομπ Μπέζερ ειδικό στις παρενοχλήσεις των ιαπωνικών ραντάρ, Τζίμι Βαν Πελτ ναυτίλο, Έιμπ Σπίτζερ ασυρματιστή, Κέρμιτ Μπίχαν σκοπευτή, Αλμπερτ Ντίχαρτ πολυβολητή, Εντ Μπάκλι χειριστή ραντάρ, Τζον Κούαρεκ μηχανικό, Ρέι Γκάλαγκερ παρατηρητή.

Φτάνοντας πάνω από την Ιβοζίμα ο καιρός χαλάει. O Σουίνι μ’ επιδέξιες κινήσεις προσπαθεί να κρατήσει το σκάφος σταθερό. O Κούαρεκ έχει κολλημένα τα μάτια του στην ένδειξη καυσίμου. Και ενώ όλοι προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου μέσα στην άτρακτο, μια λυχνία κινδύνου αναβοσβήνει πάνω στη βόμβα. Με κομμένη την αναπνοή οι Ασουερθ, Μπαρνς και ο Μπέζερ τρυπώνουν μέσα στα έγκατα του σκάφους για να ανακαλύψουν τι δεν πάει καλά. Δύο διακόπτες έχουν ρυθμιστεί ανάποδα. Το «Βock’s Car» και τ’ άλλα δύο αεροσκάφη θα μπορούσαν να είχαν μεταβληθεί σε θερμότητα και… φως!

Τα μετεωρολογικά αεροπλάνα φτάνουν πάνω στην Κοκούρα και το Ναγκασάκι στις οχτώ τοπική ώρα. Στην Κοκούρα επικρατούν ισχυροί άνεμοι. Στο Ναγκασάκι χαμηλή νέφωση κρύβει την πόλη. Πάνω από τη νήσο Γιάκου Σίμα το «Great Αrtiste» συναντά όπως είχε συμφωνηθεί το «Βock’s Car». Το τρίτο «Β-29» του λοχαγού Χόπκινς δεν φαίνεται πουθενά. Τα λεπτά περνούν. O Σουίνι κάνει κύκλους γύρω από τη νήσο. Καθυστερεί για σαράντα ολόκληρα λεπτά. H βενζίνη του μειώνεται αισθητά. Τότε ο Σουίνι αποφασίζει να επιτεθεί χωρίς το τρίτο αεροσκάφος. Μαζί με το «Great Αrtiste» κατευθύνεται προς την Κοκούρα.

H ώρα είναι 9:50. Το «Βock’s Car» βρίσκεται πολύ κοντά στο στόχο σε ύψος 9.800 μέτρων. Όμως στην πόλη επικρατεί χαμηλή νέφωση. O Μπίχαν δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να εντοπίσει στα σκοπευτικά του την πόλη. O Σουίνι αποφασίζει ν’ αφήσει τον πρώτο στόχο και να επιτεθεί στον εφεδρικό: το Ναγκασάκι.

H ώρα είναι 10:53. Το «Βock’s Car» πετά πάνω από το Ναγκασάκι. H πόλη βρίσκεται «προστατευμένη» μέσα σε μια βαθιά κοιλάδα. O Μπίχαν σκυμμένος στα σκοπευτικά του στο ρύγχος του βομβαρδιστικού, προσπαθεί να εντοπίσει το περίγραμμα του λιμανιού. Τα λεπτά κυλούν. H βενζίνη καίγεται σταγόνα-σταγόνα κι αν δεν ενεργήσουν αμέσως θα υποχρεωθούν σε αναγκαστική προσθαλάσσωση με τη βόμβα «οπλισμένη» στην κοιλιά του σκάφους. Τότε ο Σουίνι αποφασίζει ν’ αγνοήσει τις διαταγές και να χρησιμοποιήσει το ραντάρ.

Και τώρα όμως, παρά τις προσπάθειες, δεν είναι δυνατό να επισημανθεί το προκαθορισμένο σημείο σκόπευσης, που είναι τα ναυπηγεία Μιτσουμπίσι. «Σκόπευση κατά προσέγγιση» προτείνει ο Σουίνι στον Μπίχαν. H διαδικασία της εξόδου της βόμβας από το σκάφος είναι ακριβώς η ίδια όπως και στη Χιροσίμα.

H ώρα είναι 11:01 της 9ης Αυγούστου 1945. O «Fat Μan», χρειάζεται ακριβώς 52,5» για να σκάσει στα 450 μέτρα πάνω από το έδαφος. H έκρηξη έχει την ίδια ισχύ με αυτήν της Χιροσίμα. O Σουίνι απομακρύνεται από το σημείο της ρίψης, με μια πολύ κλειστή στροφή λες και το γιγάντιο υπερφρούριο ήταν ένα μικρό καταδιωκτικό.

O Ουίλιαμ Λόρενς, ο δημοσιογράφος που επέβαινε στο ένα από τα άλλα δύο «Β-29» θα γράψει στην εφημερίδα του, τους New York Times: «Από την κορυφή της στήλης απλώθηκε ένα γιγαντιαίο μανιτάρι που φτάνει στο απίστευτο ύψος των δεκαέξι χιλιάδων μέτρων, ένα μανιτάρι που έδειχνε πιο ζωντανό από τη στήλη και κόχλαζε μανιασμένα μέσα του χιλιάδες θερμοπίδακες. Θα έλεγες πως το κινούσε μια κοσμογονική δύναμη, σαν ένα πλάσμα, που προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του. Όταν το είδαμε για τελευταία φορά είχε αλλάξει σχήμα. Έμοιαζε με λουλούδι, με τα κολοσσιαία πέταλά του γερμένα προς τα κάτω, μ’ ένα άσπρο γαλακτερό χρώμα εξωτερικά και τριανταφυλλί από μέσα. H στήλη που έβραζε είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα βουνό από επάλληλα ουράνια τόξα. Μια μεγάλη ποσότητα ζωντανής ύλης είχε μπει σ’ αυτά τα ουράνια τόξα».

Οι νεκροί είναι εδώ λιγότεροι από ότι στη Χιροσίμα. Δεν ξεπερνούν τους 60.000. H βόμβα είχε εκραγεί στην κοιλάδα του Ουρακάμι, με αποτέλεσμα το ωστικό της κύμα ν’ απορροφηθεί απο τους γύρω λόφους. Αντίθετα για τους δώδεκα αεροπόρους του «Βock’s  Car» το κύμα κρούσης που τους χτυπά δεκαέξι δευτερόλεπτα μετά την έκρηξη, ήταν πολύ πιο ισχυρό από  αυτό που περίμεναν. H κοιλάδα με τα γύρω βουνά είχε εγκλωβίσει το ωστικό κύμα της βόμβας.

Στην Τινιάν η αγωνία μεγαλώνει, καθώς η ώρα περνά χωρίς κανένα σήμα από τον Σουίνι. Είναι και αυτή η χαλασμένη αντλία καυσίμου, που βάζει πολλούς σε μαύρες σκέψεις. Ξαφνικά τα πρόσωπα όλων φωτίζονται. Ένα μήνυμα έχει φτάσει από το «Βock’s Car», που έχει και ένα ψέμα: «Ναγκασάκι βομβαρδίστηκε εξ’ όψεως. Ουδεμία δραστηριότητα  καταδιωκτικών και αντιαεροπορικής άμυνας. Ορατά αποτελέσματα. Καύσιμα επαρκή φθάσουμε μόνο στην Οκινάβα».

Λίγο πριν τις 1, ο Σουίνι φτάνει πάνω από την Οκινάβα. Στο αεροδρόμιο του νησιού σημαίνει συναγερμός. O ένας κινητήρας του σκάφους είναι σταματημένος και οι υπόλοιποι ρετάρουν. O Κούαρεκ ο μηχανικός έχει μείνει άφωνος. H προειδοποιητική λυχνία ένδειξης τέλους καυσίμων είναι σταθερά αναμμένη. Το αεροπλάνο κάνει μικρά πηδήματα στο διάδρομο και οι ρόδες στριγκλίζουν κάθως ο Σουίνι προσπαθεί να το ακινητοποιήσει. Το βομβαρδιστικό σταματά στο τέλος του διαδρόμου. Ένα τζιπ με δύο υπαξιωματικούς τρέχει προς το μέρος του. «Πού είναι οι νεκροί και οι τραυματίες;», ρωτά ο οδηγός. «Εκεί κάτω», του απαντά ο Σουίνι δείχνοντας ένα σημείο στο βάθος του ορίζοντα προς το Ναγκασάκι.

H ώρα είναι 15:30. Το «Βock’s Car» αφού έχει γεμίσει τις δεξαμενές καυσίμου, απογειώνεται για την Τινιάν. Εκεί θα φτάσει στις 22:30. Τους υποδέχεται ο στρατηγός Σπατς. Κανείς δεν  θέλει να πει πολλά. Αλλωστε όλοι τους είναι πολύ κουρασμένοι. Έχουν να κλείσουν μάτι ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο. Αυτό που τους ενδιαφέρει τώρα είναι να βάλουν κάτι στο στόμα τους και να πιούν όσο περισσότερο μπορούν. Στις 2 τα μεσάνυχτα τοπική ώρα και ενώ το ουίσκι στη βάση της Τινιάν ρέει άφθονο, η φωνή του Τρούμαν ακούγεται στο ραδιόφωνο. O αμερικανός πρόεδρος για πρώτη φορά δημόσια έπαιρνε την ευθύνη για τη χρησιμοποίηση της ατομικής βόμβας και τόνιζε ότι δεν θα δίσταζε να την ξαναχρησιμοποιήσει στην περίπτωση που οι Ιάπωνες δεν συνθηκολογούσαν.

Την ίδια εκείνη ώρα στα ανάκτορα του αυτοκράτορα στο Τόκιο συνέρχεται για δεύτερη φορά μέσα σε μια μέρα το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο. Σε αυτό συμμετέχουν ο Πρωθυπουργός, ο υπουργός Εξωτερικών, οι υπουργοί και αρχηγοί των Επιτελείων Στρατού και Ναυτικού. Όλοι τους σηκώνονται όρθιοι τη στιγμή που ο αυτοκράτορας Χιροχίτο μπαίνει στην αίθουσα. H φωνή του δεν είναι φωνή αυτοκράτορα. Μιλά σαν ένας απλός πολίτης, που βλέπει την πατρίδα του να καταστρέφεται. Ζητά συνθηκολόγηση. Τα λόγια του βρίσκουν σύμφωνο τον πρωθυπουργό Σουζούκι. Οι παρόντες αξιωματικοί δεν μπορούν να κρύψουν τα δάκρυά τους ακόμα και μπροστά στον αυτοκράτορα. Ένας από αυτούς, ο στρατηγός Ανάμι θα κάνει «χαρακίρι» λίγες ώρες αργότερα. Το παράδειγμά του θ’ ακολουθήσουν και άλλοι στρατιωτικοί.

Το πρωί της 10ης Αυγούστου 1945 το ραδιόφωνο του Τόκιο μεταδίδει σ’ ολόκληρο τον κόσμο: «Η ιαπωνική κυβέρνηση είναι έτοιμη να δεχτεί τους όρους του Πότσδαμ αρκεί να παραμείνουν απαραβίαστα τα προνόμια της Αυτού Μεγαλειότητος». Πλέον η Αυτοκρατορία του Ανατέλλοντος Ηλίου είχε φτάσει στη δύση της. Δεν απέμενε παρά να υπογραφούν και τυπικά τα χαρτιά της συνθηκολόγησής της. Όμως έως αυτήν την πολυπόθητη ημέρα ένα σωρό δραματικά γεγονότα συνέβησαν.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Π&Δ #126, τεύχος Ιουλίου 1995, 

του Βασίλη Πια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here