Στις 13 Ιανουαρίου 1956 ένα μοναχικό C-119G της 456th Troop Carrier Wing με χαρακτηριστικό κλήσης «Center 39» πετούσε πάνω από την Θάλασσα της Ιαπωνίας έχοντας μια λεπτή, άκρως απόρρητη αποστολή. Ξαφνικά, ένας από το πλήρωμα εντόπισε στον ουρανό κάτι που έμοιαζε σαν ένα τεράστιο ημιδιαφανές δάκρυ, αιωρούμενο στα 50.000 πόδια.

Πληκτρολογώντας από το αεροπλάνο μια κωδικοποιημένη εντολή, ένα «κουτί» έπεσε από το κάτω μέρος του δακρυόσχημου αντικειμένου, αναπτύσσοντας δύο αλεξίπτωτα. Το ασημένιο C-119 όρμησε προς το μέρος του. Μετά από μερικές ανεπιτυχείς διελεύσεις, οι loadmasters κατάφεραν τελικά να αρπάξουν το «κουτί» στα 9.000 πόδια με μια ειδικά σχεδιασμένη αρπάγη και να το τραβήξουν στο εσωτερικό του Flying Boxcar.

Ο απαιτητικός αυτός ελιγμός ήταν μέρος μιας από τις πιο απίθανες επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών του Ψυχρού Πολέμου με το πιο ανορθόδοξο μέσο: κατασκοπευτικά αερόστατα. Αυτή είναι η ιστορία της Επιχείρησης Moby Dick.

Η παρακολούθηση των Σοβιετικών από τους Δυτικούς συμμάχους τους άρχισε σχεδόν αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου –αν όχι νωρίτερα– με τις πτήσεις πάνω από την Σοβιετική Ένωση την δεκαετία του ’50 να φθάνουν τις χίλιες, για να διπλασιασθούν την περίοδο 1960-1970. Η εφευρετικότητα συναγωνιζόταν την μυστικότητα.

Οι Δυτικοί φαίνεται πως όχι μόνο χρησιμοποίησαν ορισμένες φορές πολιτικά αεροπλάνα που ταξίδευαν σε χώρες του ανατολικού συνασπισμού εφοδιασμένα με κρυφές κάμερες, εν αγνοία φυσικά των επιβατών τους, αλλά εξαπέλυσαν και ένα πραγματικό μπαράζ κατασκοπευτικών αεροστάτων για την φωτογραφική κάλυψη από αέρος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η ιδέα ήταν απλή: μια αρμάδα 3.500 αεροστάτων, ικανών να πετούν σε ύψος 50-60.000 ποδών, θα εξαπολύετο πάνω από την σοβιετική επικράτεια και θα φωτογράφιζε τους Κόκκινους με φωτομηχανές υψηλής ευκρίνειας από μια μεταλλική «γόνδολα», μονωμένης με στρώματα διογκωμένης πολυστερίνης για προστασία του φωτογραφικού εξοπλισμού και των ηλεκτρονικών από τις ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας. Προκειμένου να ξεπερασθούν τα προβλήματα της πτήσης στους -21 βαθμούς Κελσίου που επικρατούσαν στο προβλεπόμενο υψόμετρο, στην κατασκευή των αεροστάτων χρησιμοποιήθηκε ειδικό πολυαιθυλένιο το οποίο δεν «έσπαγε» με το ψύχος.

Τα αερόστατα, διαμέτρου 128 ποδών και με ύψος αντίστοιχο ενός εικοσαόροφου κτιρίου, πήραν βαθμό προτεραιότητας 1-Α (το μόνο πρόγραμμα που είχε την ίδια εθνική διαβάθμιση ήταν αυτό της υδρογονοβόμβας) και ονομάσθηκαν «μετεωρολογικά». Ως ένα μέσον στοιχειώδους βοηθήματος κατά την πτήση τους ήταν εφοδιασμένα με δύο σωλήνες έρματος. Αν οι αισθητήρες εντόπιζαν μείωση του ύψους πτήσης, μαγνητικές βαλβίδες στο εσωτερικό τους άνοιγαν βαθμηδόν απελευθερώνοντας τα μεταλλικά ρινίσματα του έρματος και ελαφρύνοντας το αερόστατο.

Το ύψος πτήσης ήταν ζωτικής σημασίας καθώς τα αερόστατα έπρεπε να μείνουν ψηλά όχι μόνο για να εκμεταλλευθούν τα ισχυρά ρεύματα αέρος της τροπόσφαιρας που θα τα μετέφεραν ανατολικά αλλά και για να μείνουν μακριά από την απειλή της σοβιετικής αεράμυνας. Εξάλλου το σχέδιο βασιζόταν σε ιδανικές συνθήκες πτήσης για να λειτουργήσει.

Κάθε πρωί, με την ανατολή του ηλίου ενεργοποιείτο ένα φωτοκύτταρο που έθετε σε λειτουργία την κάμερα. Ο ήλιος θέρμαινε το αέριο στο εσωτερικό του αεροστάτου δίνοντάς του ύψος και η κάμερα άρχιζε τις… αδιακρισίες. Αργότερα, όταν η θερμοκρασία του αερίου έπεφτε, το αερόστατο άρχιζε να κατεβαίνει αλλάζοντας ύψος λήψης φωτογραφιών.

Κατά το ηλιοβασίλεμα, το αερόστατο έπαιρνε κόκκινες, πράσινες και γαλάζιες αποχρώσεις κάνοντάς το να «χάνεται» στα χρώματα της δύσης ενώ όταν έπεφτε το φως, το φωτοκύτταρο απενεργοποιούσε την κάμερα με το λυκόφως. Η φωτογράφιση της ημέρας είχε ολοκληρωθεί. Την επόμενη ημέρα ο κύκλος επαναλαμβανόταν.

Με το τέλος της αποστολής τους, τα αερόστατα θα συνέχιζαν να ταξιδεύουν μέχρι τον Ειρηνικό, όπου θα περισυλλέγοντο είτε στον αέρα από ειδικά εξοπλισμένα αεροσκάφη που θα επιχειρούσαν από αμερικανικές βάσεις στην Ιαπωνία, είτε θα έπεφταν στην θάλασσα για να τα «ψαρέψει» το Ναυτικό. Αν πάλι κάποιο από αυτά γινόταν αντιληπτό πάνω από το Παραπέτασμα, οι Αμερικανοί θα έλεγαν ότι το «μετεωρολογικό» αερόστατο «ξεστράτισε» και θα ζητούσαν συγγνώμη.

Η USAF υπολόγισε ότι με τα κατασκοπευτικά αερόστατα θα επιτύγχανε την φωτογραφική κάλυψη ίσως και του 68% της σοβιετικής επικρατείας. Κάθε φωτομηχανή θα έπαιρνε εκατοντάδες αεροφωτογραφίες ενώ άλλα όργανα στο εσωτερικό της γόνδολας θα κατέγραφαν πορεία και ταχύτητα, ώστε μετά την περισυλλογή του φωτογραφικού εξοπλισμού από ένα τροποποιημένο C-119, οι φωτοερμηνευτές να μπορούν να αναγνωρίσουν και να «βάλουν στον χάρτη» τις περιοχές πάνω από τις οποίες πέρασε το αερόστατο.

Οι γόνδολες έφεραν ραδιοφάρους VHF για την καθοδήγηση του αεροσκάφους περισυλλογής το οποίο, πλησιάζοντας το αερόστατο, θα εξέπεμπε ένα κωδικοποιημένο ραδιοσήμα που θα προκαλούσε την απόσπαση της γόνδολας από τον θόλο. Στην συνέχεια, το πλήρωμα του C-119 θα «άρπαζε» την γόνδολα στον αέρα ενώ κατέβαινε με αλεξίπτωτο (η ίδια τεχνική χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση της κάψουλας Corona, του πρώτου αμερικανικού κατασκοπευτικού δορυφόρου, τον Αύγουστο του 1960) ή θα την μάζευε από την επιφάνεια της θάλασσας καθώς ήταν σχεδιασμένη να επιπλέει. Επιχειρησιακά, το ύψος που θα πετούσαν τα αερόστατα υποτίθεται ότι θα τα προστάτευε από τα μαχητικά τα οποία οι Σοβιετικοί και οι σύμμαχοί τους θα σήκωναν για να τα αναχαιτίσουν.

Οι Αμερικανοί έβλεπαν σοβαρά την ιδέα της χρήσης αεροστάτων για την «αναγνώριση» των εδαφών ενός εν δυνάμει εχθρού εν καιρώ ειρήνης, κάτι το οποίο φαίνεται και από το γεγονός ότι περίπου 68 εκατομμύρια δολάρια (τιμές εποχής) διοχετεύθηκαν στο Project 119L για την έρευνα και κατασκευή 3.500 αεροστάτων. Η RAF επέδειξε επίσης έντονο ενδιαφέρον, ιδίως από την στιγμή που η Βρετανία θεωρήθηκε ιδανική βάση για την εξαπόλυση των σιωπηλών, «φουσκωτών κατασκόπων».

Αξιωματικοί της Βασιλικής Αεροπορίας μετέβησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες για να εκπαιδευθούν στην… «αεροστατολογία» ενώ η βάση απ’ όπου θα έφευγαν τα αερόστατα είχε ήδη επιλεγεί. Για την ακρίβεια, η αεροπορική βάση RNAS Evanton, βορείως του Ίνβερνες της Σκωτίας, ανήκε στο Βασιλικό Ναυτικό, ωστόσο, αν και το Ναυαρχείο είχε δώσει στην USAF την έγκριση να χρησιμοποιήσει την βάση του αγνοούσε παντελώς την ακριβή φύση των δραστηριοτήτων που θα ανέπτυσσαν εκεί οι Αμερικανοί σύμμαχοι –όχι πως η RAF σκόπευε να ενημερώσει το Ναυτικό.

Όπως δείχνουν αποχαρακτηρισμένα βρετανικά αρχεία, ταυτόχρονα με την αποστολή στελεχών της RAF στις ΗΠΑ, εκατό Αμερικανοί τεχνικοί έφθαναν στην βάση Edzell της RAF, κοντά στο Μόντροζ, για τις πρώτες δοκιμές. Στην αρχή τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Τα περισσότερα αερόστατα έσκαγαν στα 80.000 πόδια… Ωστόσο, οι παράλληλες δοκιμές που έγιναν στην Γερμανία είχαν καλύτερα αποτελέσματα και έτσι το «Σχέδιο 119L» αποφασίσθηκε να συνεχισθεί.

Ως ορμητήρια των αεροστάτων επελέγησαν επίσης δύο βάσεις στην Γερμανία και μια στην Τουρκία. Η βάση στην Νορβηγία δεν λειτούργησε ποτέ καθώς η κυβέρνηση του Όσλο φοβήθηκε ότι οι Σοβιετικοί θα μάντευαν εύκολα από που έφθαναν πολλά αερόστατα. Αμερικανοί και Βρετανοί συνεννοήθηκαν για την ιστορία που θα έλεγαν σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά και οι πτήσεις ξεκίνησαν στις 10 Ιανουαρίου 1956 με οκτώ αποστολές από την βάση του Ίντζιρλικ στην Τουρκία και μια από το Giebelstadt της Δυτικής Γερμανίας.

Τις επόμενες εβδομάδες ακολούθησαν… κύματα «μετεωρολογικών» αποστολών πάνω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν πως πολλά αερόστατα είτε συνετρίβησαν κοντά στα σημεία άφεσής τους, είτε εξετράπησαν της πορείας τους. Επίσης, τσεχοσλοβακικά MiG είχαν καταρρίψει πέντε αερόστατα –μαζί με την θεωρία της «ασυλίας» τους χάριν του μεγάλου ύψους πτήσης τους.

Οι πιλότοι των MiG δεν άργησαν να ανακαλύψουν ότι την αυγή τα αερόστατα ήταν πιο εύκολος στόχος: ο ψυχρότερος νυχτερινός αέρας αύξανε την πυκνότητα του αερίου στο εσωτερικό τους με αποτέλεσμα την μείωση της άνωσης, ωθώντας τα σε χαμηλότερα ύψη όπου ήταν πλέον εντός παραμέτρων βολής. Απλή φυσική! Οι Σοβιετικοί παρουσίασαν κι άλλα κατεστραμμένα αερόστατα, τονίζοντας ότι ήταν η απτή απόδειξη μιας ενορχηστρωμένης κατασκοπευτικής εκστρατείας εκ μέρους της Δύσης.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1956 ο Σοβιετικός πρεσβευτής στις Ηνωμένες Πολιτείες επέδωσε επίσημη νότα διαμαρτυρίας για την «κατάφωρη παραβίαση του σοβιετικού εναερίου χώρου (…) ασυμβίβαστη με τις ομαλές σχέσεις δύο κρατών». Δύο ημέρες μετά, ο Πρόεδρος Αϊζενχάουερ διέταξε την ματαίωση της επιχείρησης, όχι επειδή οι Σοβιετικοί τους είχαν πάρει είδηση αλλά διότι τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα.

Από τα 461 αερόστατα που εξαπολύθηκαν πάνω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα πριν διακοπούν οι πτήσεις, το ποσοστό αυτών που εκτιμάται ότι κατάφεραν να διεισδύσουν στον εναέριο χώρο της Σοβιετικής Ένωσης ή των δορυφόρων κρατών της μόλις που ξεπέρασε το 50%. Σύμφωνα με διαβαθμισμένο έγγραφο του Βρετανού Αντιπτεράρχου Lees προς το Γενικό Επιτελείο της RAF, «από τα εκατόν είκοσι τρία αερόστατα που εκτιμάται ότι έφθασαν στον Ειρηνικό, πενήντα έξι διαχωρίσθηκαν ηλεκτρονικώς από τις γόνδολές τους και σαράντα δύο από αυτές περισυνελλέγησαν…»

«… Είναι πιθανόν μερικές από τις δεκατέσσερεις φωτοαναγνωριστικές μονάδες που αγνοούνται να πρέπει να περισυλλεγούν. Το ποσοστό περισυλλογής των επιτυχημένων αποστολών είναι 10%, σε αντίθεση με το αναμενόμενο της τάξεως του 33 και 1/3 τοις εκατό». Όμως τα 44 αερόστατα που τελικά τα κατάφεραν έφεραν πίσω 13.813 άκρως απόρρητες φωτογραφίες οι οποίες κάλυπταν 2,8 εκατομμύρια τετρ. χιλιόμετρα σινο-σοβιετικών εδαφών, οδηγώντας παράλληλα στην ανακάλυψη μιας τεράστιας πυρηνικής εγκατάστασης στο Νταντόναβα της Σιβηρίας.

Από το αμερικανικό πρόγραμμα ωφελήθηκαν κατά κάποιον τρόπο και οι Σοβιετικοί. Εξετάζοντας το ανθεκτικό στην θερμότητα και την ακτινοβολία φιλμ από τις κάμερες των αεροστάτων που κατερρίφθησαν, το χρησιμοποίησαν αργότερα στον διαστημικό βολιστήρα Luna 3 που το 1959 έστειλε στην Γη τις πρώτες ιστορικές φωτογραφίες της αθέατης πλευράς της Σελήνης.

Για το Project 119L πάντως ήταν η χαριστική βολή. Άλλωστε η Lockheed είχε ένα επαναστατικό αεροπλάνο με απίστευτες δυνατότητες αναγνώρισης, απείρως καλύτερες από τα κατασκοπευτικά αερόστατα. Στο ύψος όπου θα πετούσε τίποτα δεν μπορούσε να το αγγίξει. Θα το έλεγαν U-2.

Αλέξανδρος Θεολόγου

 

 

9 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Αγαπητέ κ. Θεολόγου,
    εκπληκτικό άρθρο, θερμά συγχαρητήρια μαζί με τις χριστουγεννιάτικες ευχές μου, εδώ και τόσα χρόνια κρατάτε το επίπεδο της αεροπορικής ιστορίας στο αγαπημένο μας περιοδικό σε δυσθεώρητα ύψη, συνδυάζοντας εύστοχα τεκμηρίωση και πυκνή, αλλά ευχάριστη γραφή, συνοδευόμενη πάντοτε από εύστοχα επιλεγμένα φωτογραφικά τεκμήρια!

  2. Γνωρίζει κάποιος από τους αναγνώστες μας ή τους συντάκτες του περιοδικού πώς και δεν τέθηκε θέμα παραχώρησης πλεοναζόντων C-119 σε ΠΑ και ΤΗΚ τη δεκαετία του ’60; Ήταν το στάνταρντ τακτικό μεταγωγικό της USAF και από τη δεκαετία του ’50 ήδη άρχισε να αντικαθίσταται με ραγδαίους ρυθμούς από τον Ηρακλή. Η Ιταλία, η Ινδία, το Βέλγιο, η Βραζιλία και βέβαια οι χώρες πρώτης γραμμής (Ταϊβάν, Ν. Κορέα, Ν. Βιετνάμ) έλαβαν αρκετά … Ή μήπως ήμαστε ως προς τα μεταγωγικά αρμοδιότητας των Γαλλογερμανών (Νοράτλας οι μεν, Τρανσάλ οι δε);

    • Έτσι εξηγείται … Μας πρόλαβε το εμπάργκο λόγω χούντας, και όταν αυτό ήρθη είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τον Ηρακλή, τα δε C-119 πρέπει να είχαν τελειώσει (μόνο οι χώρες της ΝΑ Ασίας πήραν πάνω από 100 η καθεμία), ή να χρειάζονταν για τις εφεξής ανάγκες της κρεατομηχανής της ΝΑ Ασίας (όχι ότι η ΠΑ, μετά την εμπειρία των Νοράτλας, θα ήθελε να νταντεύει αυτά τα δύο 28κύλινδρα τέρατα …).

  3. “Άλλωστε η Lockheed είχε ένα επαναστατικό αεροπλάνο με απίστευτες δυνατότητες αναγνώρισης, απείρως καλύτερες από τα κατασκοπευτικά αερόστατα. Στο ύψος όπου θα πετούσε τίποτα δεν μπορούσε να το αγγίξει. Θα το έλεγαν U-2.” Που να ήξερε βέβαια η Lockheed οτι το 1960 θα βρισκόταν ενα S75 dvina και θα τους χαλούσε το μάρκετινγκ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here