Πολλοί λένε ότι αν τα ιαπωνικά τορπιλοπλάνα είχαν βρει τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα στο Περλ Χάρμπορ θα τα είχαν βυθίσει κι έτσι η πορεία του πολέμου στον Ειρηνικό και ενδεχομένως και γενικότερα, να ήταν διαφορετική.

Πρόκειται για ένα από τα πλέον αγαπημένα «αν» της σύγχρονης ιστορίας, που έχει δώσει τροφή και σε αστείρευτη συνωμοσιολογία ως προς το αν και κατά πόσο η συγκεκριμένη επίθεση ήταν «στημένη» από τους ίδιους τους Αμερικάνους.

Η πραγματικότητα όμως όπως την γνωρίζουμε σήμερα βέβαια εκ των υστέρων, είναι πως ακόμα και αν τα τότε τρία αεροπλανοφόρα του στόλου του Ειρηνικού (Τα Enterprise, Lexington και Saratoga) βρίσκονταν εκεί, και βυθίζονταν, η πορεία του πολέμου θα ήταν η ίδια.

Κι ο λόγος ήταν απλός: Μετά την επίθεση, η αμερικανική πολεμική βιομηχανία, που μέχρι τότε δούλευε «στο ρελαντί» ανέβασε στροφές και έδειξε πού επρόκειτο να κριθεί η αναμέτρηση. Μέχρι το τέλος του πολέμου, τα αμερικανικά ναυπηγεία είχαν αποδώσει πάνω από 150 καινούρια ή μετασκευασμένα αεροπλανοφόρα όλων των κλάσεων.

Ένα από τα προβλήματα που προέκυψαν από αυτόν τον φρενήρη ναυπηγικό ρυθμό ήταν μεταξύ άλλων η επάνδρωση όλων αυτών των αεροπλανοφόρων και δεν μιλάμε βέβαια για τα πληρώματα των ίδιων των πλοίων, αλλά για τους άντρες εκείνους γύρω από τους οποίους περιστρέφονταν η αποστολή τους: Τους πιλότους των αεροσκαφών.

Επρόκειτο για μία κρίσιμη παράμετρο της αναμέτρησης καθώς η διαθεσιμότητα πιλότων σε μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να κρίνει την αναμέτρηση στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ενδεικτικά π.χ. τα αεροπλανοφόρα της κλάσης Essex μπορούσαν να μεταφέρουν στο κατάστρωμα και το υπόστεγό τους περί τα 100 αεροσκάφη, ορισμένα από τα οποία ήταν διθέσια ή και τριθέσια (τα τορπιλοπλάνα Devastator και Avenger για παράδειγμα).

Το κάθε αεροσκάφος λοιπόν χρειαζόταν από έναν ή δυο ή τρεις χειριστές πλήρωμα κι ασφαλώς χρειάζονταν και εφεδρικά πληρώματα για την συνέχιση των επιχειρήσεων κατά την διάρκεια παρατεταμένων μαχών.

Φυσικά καθώς γινόταν πόλεμος, θα υπήρχαν κι απώλειες. Η αμερικανική βιομηχανία απέδειξε ότι μπορούσε να παράξει σύγχρονα αεροσκάφη κατά εκατοντάδες πολύ σύντομα, οπότε από πλευράς υλικού αυτό δεν ήταν πρόβλημα.

Από πλευρά ανθρώπινου δυναμικού όμως, ήταν ένα θέμα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην αεροναυμαχία του Midway 41 τορπιλοπλάνα Devastator απονηώθηκαν για να πλήξουν τον εχθρικό στόλο ιαπωνικών αεροπλανοφόρων, αλλά από αυτά επιβίωσαν μόλις έξι.

Δηλαδή σε μία ημέρα και από μία και μόνο εξόρμηση, χάθηκαν περί τους 100 χειριστές, αφού έπεσαν θύματα των απείρως ικανότερων ιαπωνικών μαχητικών Mitsubishi Zero.

Η διοίκηση του αμερικανικού Ναυτικού βέβαια διαπίστωσε έγκαιρα το συγκεκριμένο ζήτημα και αποφάσισε να το διευθετήσει αποφασιστικά και δυναμικά, ώστε να μην βρεθεί προ της έκπληξης να διαθέτει αεροπλανοφόρα, αεροπλάνα αλλά όχι πιλότους.

Ένα πρόβλημα ήταν βέβαια ότι για την εκπαίδευση των νέων πιλότων θα χρειάζονταν ένα αεροπλανοφόρο πάνω στο οποίο θα πραγματοποιούσαν τις πρώτες τους απο-προσνηώσεις και θα μπορούσαν να εξασκηθούν.

Καθώς όμως οι ΗΠΑ έμπαιναν για τα καλά πλέον στον πόλεμο, δεν περίσσευε ούτε ένα αεροπλανοφόρο για τον σκοπό αυτό καθώς οτιδήποτε έπλεε και μπορούσε να πολεμήσει, βρισκόταν ήδη στα θέατρα επιχειρήσεων.

Η λύση που βρέθηκε ήταν να αγοραστούν δυο παλαιά τροχήλατα (με σύστημα μετάδοσης κίνησης μέσω δυο τροχών στο μέσο του σκάφους) ποταμόπλοια και να τους προσθέσουν κατάστρωμα κατάλληλο για απο-προσνηώσεις.

Τα πλοία αυτά χρησιμοποιούνταν για να κάνουν διαδρομές αναψυχής στις μεγάλες λίμνες στα σύνορα ΗΠΑ – Καναδά, δηλαδή δεν βρίσκονταν καν σε θάλασσα, γεγονός που τους εξασφάλισε το προσωνύμου «αεροπλανοφόρα του γλυκού νερού».

Φυσικά δεν ήταν πραγματικά αεροπλανοφόρα με την έννοια ότι δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν αεροσκάφη και πραγματοποιήσουν πλήρεις αεροπορικές επιχειρήσεις.

Δεν διέθεταν υπόστεγο συντήρησης, ούτε ανελκυστήρες για τα αεροσκάφη. Επιπλέον δεν διέθεταν κανενός είδους οπλισμό, ή αισθητήρες και συνεπώς η μοναδική τους χρησιμότητα ήταν η εκπαίδευση στις απο-προσνηώσεις.

Στα πλαίσια αυτά εκπαιδεύονταν όχι μόνο πιλότοι – χειριστές αεροσκαφών, αλλά και αξιωματικοί καταστρώματος υπεύθυνοι για τον συντονισμό των αποπροσνηώσεων, ένα ιδιαίτερα κρίσιμο καθήκον σε καιρό επιχειρήσεων.

Τα δυοι αυτά πλοία ήταν το USS Sable (IX-81 – πρώην Greater Buffalo) και το USS Wolverine (IX-64 – πρώην Seeandbee) που αμφότερα σχεδιάστηκαν ως μεγάλα ατμόπλοια για κρουαζιέρες στις μεγάλες λίμνες, κυρίως διαδρομές μεταξύ Κλήβελαντ και Μπάφαλο.

Το USS Sable αγοράστηκε τον Αύγουστο του 1942 ενώ το USS Wolverine τον Μάρτιο του ίδιου έτους. Μετατράπηκαν με ταχείς ρυθμούς για το νέο τους ρόλο κι η εκπαίδευση ξεκίνησε χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από την πρώτη ημέρα υπηρεσίας του USS Sable, και μέσα σε μόλις εννέα ώρες εκπαίδευσης, πιστοποιήθηκαν συνολικά πενήντα εννέα πιλότοι, συμπληρώνοντας ο καθένας τις απαιτούμενες οκτώ απονηώσεις και προσνηώσεις.

Γενικά οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες λάμβαναν χώρα κάθε μέρα σχεδόν με όλες τις καιρικές συνθήκες, αλλά το γεγονός ότι τα πλοία βρίσκονταν μέσα περίκλειστες λίμνες βοηθούσε στην εξασφάλιση συνήθως καλών έως ιδανικών καιρικών συνθηκών.

Επιπλέον, η γεωγραφική θέση των λιμνών εξασφάλιζαν και την μέγιστη δυνατή ασφάλεια των πλοίων από εχθρική δραστηριότητα τόσο ήταν απρόσιτα τόσο από εχθρικά υποβρύχια όσο και από αεροσκάφη.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, εκτιμάται ότι από το 1943 έως το τέλος του πολέμου το 1945, τα USS Wolverine και USS Sable χρησιμοποιήθηκαν για την εκπαίδευση πάνω από 17.000 πιλότων και αξιωματικών καταστρώματος.

Συνολικά δε στα καταστρώματά τους πραγματοποιήθηκαν πάνω από 116.000 απο-προσνηώσεις, εκ των οποίων μόνο οι 51.000 ήταν στο USS Sable.

 

Για τα δεδομένα αυτά, θεωρείται γενικά ότι η εκπαιδευτική δραστηριότητα χαρακτηρίστηκε από υψηλό επίπεδο ασφάλειας, αφού κατά την διάρκειά της χάθηκαν σε ατυχήματα «μόνο» 135-300 αεροσκάφη.

Οι πιλότοι που σκοτώθηκαν ωστόσο ήταν λιγότεροι, κάποιες δεκάδες κυρίως κάποιοι άτυχοι που δεν πρόλαβαν να πηδήξουν με αλεξίπτωτο ή που πρόλαβαν αλλά πέθαναν από υποθερμία στα παγωμένα νερά των λιμνών τις χειμερινές περιόδους.

Με τη λήξη του πολέμου, υπήρχε πλέον τεράστιο απόθεμα σε αεροπλανοφόρα που θα μπορούσαν να διατεθούν για εκπαίδευση και δη υπό απείρως πιο ρεαλιστικές συνθήκες.

Έτσι και τα δυο πλοία παροπλίστηκαν κι αποσύρθηκαν από υπηρεσία το Νοέμβρη του 1945, ενώ μέχρι το 1948 είχαν πουληθεί αμφότερα για σκραπ.

Τα δυο αυτά πλοία παρά την άδοξη κατάληξή τους, κατείχαν αρκετές σπάνιες πρωτιές για το αμερικανικό Ναυτικό, καθώς ήταν τα μοναδικά του αεροπλανοφόρα που έκαιγαν κάρβουνο, επιχείρησαν μόνο σε γλυκό νερό και ήταν τροχήλατα.

Προς τιμήν αυτών των δυο πλοίων γυρίστηκε το ντονιμαντέρ «Heroes on deck: World War II (2016)» που αφορά τις προσπάθειες μιας ομάδας δυτών να εξερευνήσουν και αν είναι δυνατόν και να ανακτήσουν κάποια από τα αεροσκάφη που χάθηκαν στην λίμνη Μίτσιγκαν.

(Φωτογραφίες: αρχείο navsource.org)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here