H Ιστορία των Ελβετικών Mirage IIIS

8
2880
Μοιραστείτε το άρθρο
  •  
  •  
  •  

Το γαλλικό δελταπτέρυγο Mirage III κέρδισε τη φήμη μέσα από τις σχεδιαστικές καινοτομίες του αλλά και τις επιδόσεις του στα πεδία των μαχών της Μέσης Ανατολής. Η πτυχή που αφορά την υπηρεσία τους με την ελβετική αεροπορία είναι πρακτικά άγνωστη, αν και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, και γίνεται επίκαιρη με την απόσυρση του τύπου.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 175 – Ιανουάριος 2000
Του Dott. Riccardo Niccoli
Επιπλέον στοιχεία Φαίδων Γ. Καραϊωσηφίδης

Το 1958 η ελβετική ομοσπονδιακή κυβέρνηση ακύρωσε την παραγγελία της για το ελβετικής σχεδίασης αεριωθούμενο δίωξης-βομβαρδισμού P-16. Με την εξέλιξη αυτή έγιναν διαθέσιμα κεφάλαια για την προμήθεια ενός νέου μαχητικού υψηλών επιδόσεων, που θα συνεισέφερε στον κρίσιμο τομέα της αεράμυνας της χώρας. Στα τέλη του 1950, το ρόλο αυτό στην ελβετική αεροπορία (Flugwaffe) είχε το παλαιό de Havilland DH.112 Venom σε συνδυασμό με το νεότερο αλλά και πάλι υποηχητικό Hawker Hunder Mk.58. Έτσι η ηγεσία της αεροπορίας ξεκίνησε την αξιολόγηση διαφόρων προηγμένων τύπων για την επιλογή ενός νέου μαχητικού με προσφορές από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ιταλία και τη Σουηδία.

Τελικά ο σχετικός κατάλογος περιορίστηκε σε δύο υποψηφιότητες, το γαλλικό Mirage IIIC και το σουηδικό SAAB Draken J35B. Στις 28 Δεκεμβρίου 1960 το γαλλικό αεροπλάνο αναδείχθηκε νικητής και στις 28 Απριλίου 1961 η ελβετική κυβέρνηση πρότεινε στη Bουλή τη διάθεση πιστώσεων 871 εκατομμυρίων ελβετικών φράγκων για την απόκτηση 100 Mirage III, πρόταση που εγκρίθηκε.

Ένα Mirage III (J-2201) αγοράστηκε για δοκιμές επιδόσεων και μεταφοράς οπλικού φορτίου που πραγματοποιήθηκαν στο κέντρο του Καζό. Δύο χρόνια αργότερα, αγοράστηκαν δύο ακόμη αεροπλάνα, δύο εκπαιδευτικά που κατασκεύασε η Ντασό και χρησιμοποιήθηκαν για την εκπαίδευση των πρώτων χειριστών. Έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία της η Flugwaffe διέθετε ένα αεροπλάνο 2 Μαχ.

Ακολουθώντας την παραδοσιακή ελβετική τακτική, ο προτεινόμενος στόλος των Mirage έμελλε να κατασκευαστεί κατόπιν αδείας από μια κοινοπραξία εταιριών, ανάμεσα στις οποίες ήταν η F+W στο Έμεν, η Pilatus στο Στανς και η FFA στο Aλτενρεϊν. Παράλληλα η Sulzer στο Γουίντερχαρ επιλέχθηκε για το πρόγραμμα κατασκευής του κινητήρα SNECMA Atar 9C3 απόδοσης 6.000 κιλών (13.215 λιβρών) με μετάκαυση.

Η ελβετική αεροπορία αποφάσισε επίσης να προχωρήσει σε εκτεταμένες τροποποιήσεις του αεροσκάφους με κυριότερη την τοποθέτηση του αμερικανικού συστήματος ελέγχου βολής της Hughes για την κατεύθυνση των πυραύλων HM-55S Falcon, που αποτελούσαν τον οπλισμό του μαχητικού, σε συνδυασμό με το Σύστημα Τακτικού Ραντάρ Ναυτιλίας TARAN. Επιπλέον έγιναν και τροποποιήσεις στη βασική σχεδίαση με την υιοθέτηση αναδιπλούμενου ρινιαίου σκέλους, που είχε σαν σκοπό να χαμηλώνει την ουρά, ώστε το αεροσκάφος να χωρά στα υπόγεια καταφύγια που χρησιμοποιούσε η Flugwaffe. Λόγω των σημαντικών αυτών τροποποιήσεων, το αεροσκάφος (που βασιζόταν στο μοντέλο Mirage IIIE) πήρε το χαρακτηρισμό «IIIS» (S=Suisse).

Οι τροποποιήσεις, όμως, και ιδιαίτερα η πιστοποίηση των νέων ηλεκτρονικών συστημάτων δημιούργησαν σημαντικές υπερβάσεις στον αρχικό προϋπολογισμό και σε κάποια στιγμή το κόστος των αεροσκαφών έφτασε στο διπλάσιο των αρχικών προβλέψεων. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν ότι η ελβετική Bουλή συνέστησε ερευνητική επιτροπή για την εξέταση του αποκαλούμενου «σκανδάλου των Mirage». Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου της Flugwaffe αποπέμφθηκε και άλλα μέλη της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας της χώρας αναγκάστηκαν να παραιτηθούν. Ήταν ακριβώς η περίοδος, που ιδρύθηκε το Gruppe fur Ruestungstienste (Όμιλος Ομοσπονδιακών Στρατιωτικών Εξοπλισμών) για τον καλύτερο έλεγχο μελλοντικών στρατιωτικών προμηθειών. Παράλληλα στις 21 Σεπτεμβρίου 1964, η Bουλή της χώρας αρνήθηκε να εγκρίνει νέα κονδύλια και έτσι ο αρχικός αριθμός των 100 Mirage IIIS περικόπηκε σε 57, συμπεριλαμβανομένου του ενός «IIIC», 36 «ΙΙΙS» και 18 Mirage IIIRS (ενός αναγνωριστικού μοντέλου) αλλά και των δύο διθέσιων Mirage IIIBS.

Kατά τη διάρκεια του 1965 άρχισε η διεξαγωγή δοκιμών στις αεροπορικές βάσεις Ιστρ και Χάλομαν (στο Νέο Μεξικό), ενώ το 1966 άρχισε η μετάπτωση στον τύπο των πρώτων χειριστών εκπαιδευτών. Έτσι, το 1967, η πλειονότητα των χειριστών της Uderwachungsgeschwader (UeG, Πτέρυγας Δοκιμών) είχε ολοκληρώσει την προετοιμασία της, χρησιμοποιώντας και τον προηγμένο προσομοιωτή SIMIR, που είχε στο μεταξύ εγκατασταθεί στη βάση του Πεγιέρν. Το 1968, σε μία τελετή που έγινε στο Μποχ, οι δύο Μοίρες (Fliegerstaffel) που επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν τα Mirage III, κηρύχθηκαν επιχειρησιακές.

Ο οπλισμός του μοντέλου «ΙΙΙS» εντός των σταθερών πυροβόλων DEFA των 30 χιλ. αποτελούνταν από κατευθυνόμενα βλήματα, συμπεριλαμβανομένων των HM-55S Falcon (με κατεύθυνση υπερύθρων και εμβέλεια περίπου 9,5 χιλιομέτρων), διαφόρων εκδόσεων του ΑΙΜ-9 (με τελευταίο σε υπηρεσία το –9Ρ) και το βλήμα αέρος-εδάφους AS-30 NORAS. Για την ενίσχυση των επιδόσεων του αεροσκάφους, η Flugwaffe χρησιμοποίησε δύο συστήματα. Το πρώτο αφορούσε την τοποθέτηση 8 μονάδων RATO (Rocket Assisted Take-Off), που μείωναν την απόσταση απογείωσης σε μόλις 230 μέτρα. Το δεύτερο ήταν η μονάδα SEPR, μια ρουκέτα-επιταχυντής σε μορφή ατρακτιδίου που τροφοδοτούνταν με 330 λίτρα (87 γαλόνια) κηροζίνης και 80 λίτρα (21 γαλόνια) καταλυτικού οξέος, που έδινε 1.500 επιπλέον κιλά ώσης στα 13.000 μέτρα για 90 δευτερόλεπτα, επιτρέποντας την αναχαίτιση στόχων που πετούσαν ψηλά και γρήγορα.

Σε μια τυπική αποστολή αναχαίτισης, το αεροσκάφος ήταν εξοπλισμένο με δύο βλήματα Falcon και μία μονάδα SEPR, ενώ η όλη διαδικασία γινόταν ημιαυτόματα κάτω από την καθοδήγηση του επίγειου συστήματος Florida. Σε καθημερινή βάση, οι επιχειρήσεις των δύο Μοιρών γίνονταν από τη βάση στο Πεγιέρν. Σε περίπτωση πολέμου, όμως, η Staffel 16 μεταστάθμευε στο Μποχ και η η Staffel 17 στο Τούρμαν. Και οι δύο βάσεις διασποράς είχαν πλήρη υποδομή με καταφύγια σκαμμένα στο βουνό.

Φυσικά με την εισαγωγή του νέου τύπου, οι αιτήσεις για αεροπορικές επιδείξεις πολλαπλασιάστηκαν. Το 1967, η Flugwaffe σχημάτισε ένα ακροβατικό σμήνος με πέντε αεροσκάφη, αν και ύστερα από δύο επιδείξεις στη Γενεύη και το Νιούμπερντοφ, το σμήνος διαλύθηκε για να μην ανταγωνίζεται το επίσημο Patrouille Suisse που χρησιμοποιούσε Hunter. To 1969 ολοκληρώνονται οι παραδόσεις των Mirage IIIS αλλά και η πρώτη απώλεια, όταν ένα Mirage IIIBS (U-2002) κατέπεσε στο καντόνι Λακ ντε Κατρ κοντά στη βάση του Μποχ, σκοτώνοντας και τα δύο μέλη του πληρώματός του. Το αεροσκάφος αντικαταστάθηκε άμεσα με ένα νέο επιχειρησιακό εκπαιδευτικό το U-2003, που αγοράστηκε απευθείας από την Ντασό. To 1970 ολοκληρώνονται και οι παραδόσεις των Mirage IIIRS.

Η επιχειρησιακή χρήση των ελβετικών Mirage III συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια τόσο με τους επαγγελματίες πιλότους της UeG όσο και με την Milizia (τους πιλότους της Εφεδρείας, κατά το ελβετικό σύστημα). Όλη όμως η δραστηριότητα περιοριζόταν μέσα στον ελβετικό εναέριο χώρο και έτσι υπήρχαν πολλοί περιορισμοί τόσο στις υπερηχητικές πτήσεις όσο και στη χρήση πραγματικών πυρών. Μια λύση που βρέθηκε για την υπερκέραση αυτών των περιορισμών, ήταν η συμφωνία με τη σουηδική κυβέρνηση, που επέτρεπε στους Ελβετούς πιλότους να χρησιμοποιούν το πεδίο βολής Βίτσελ στη βόρεια Σουηδία. Το 1977, 1981 και 1986 μερικά αεροσκάφη μεταστάθμευσαν εκεί και πραγματοποίησαν βολές με πραγματικούς Flacon και Sidewinder εναντίον εναέριων στόχων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 αναζητήθηκε μια περισσότερο πρακτική λύση, όταν οι Ελβετοί αγόρασαν «χρόνο» εκπαίδευσης στο πεδίο βολής ACMI του ΝΑΤΟ στο Ντεσιμομάνου της Σαρδηνίας. Έτσι από το 1985, ελβετικά Mirage III και F-5 επισκέπτονταν τις ΝΑΤΟικές εγκαταστάσεις για περίοδο 2 εβδομάδων. Η πρακτική αυτή έληξε το 1989, όταν οι ελβετικές Ε.Δ. αποφάσισαν να χρησιμοποιούν το πεδίο βολής ACMI της RAF στο Γουάτιγκτον, κάτι που συνεχίζουν να κάνουν μέχρι σήμερα. Η πιο πρόσφατη εμφάνιση των Mirage IIIS στο Γουάτιγκτον ήταν το 1997, ενώ έκτοτε παραχώρησαν τη θέση τους στα F/A-18C Hornet.

Τα ελβετικά Mirage IIIS συνέχιζαν να λαμβάνουν νέο εξοπλισμό και βελτιώσεις σε όλη τη διάρκεια της καριέρας τους. Το πιο σημαντικό, όμως, σχετικό πρόγραμμα ήταν το KAWEST που υλοποιήθηκε ανάμεσα στα 1985 και 1991 και κόστισε 143 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα. Αν και το πρόγραμμα περιλάμβανε πλήθος μετασκευών, η πιο αξιοσημείωτη ήταν η προσθήκη επιφανειών κανάρντ από τη F+W. Το πρωτότυπο του προγράμματος (J-2302) ολοκληρώθηκε και πρωτοπέταξε στις 23 Αυγούστου 1983 ύστερα από μεγάλης διάρκειας αξιολογήσεις σε αεροδυναμική σήραγγα. Η λύση αυτή προτιμήθηκε από ισραηλινή πρόταση να υλοποιηθεί ένα πρόγραμμα αντίστοιχο του «Κfir». Κατά τους Ελβετούς, οι μεγαλύτερες επιφάνειες κανάρντ που πρότεινε το Ισραήλ, είχαν μεν καλύτερη απόδοση αλλά εξασκούσαν και μεγαλύτερες δυνάμεις στην άτρακτο, που θα απαιτούσε έτσι ισχυροποίηση και θα αύξανε το κόστος. Έτσι τα μετασκευασμένα ελβετικά Mirage IIIS περιορίστηκαν σε δύο επιφάνειες στο μισό μέγεθος του Kfir και δύο μικρές προεκτάσεις στο ρύγχος. Το KAWEST περιλάμβανε ακόμη την υιοθέτηση νέου εκτινασσόμενου καθίσματος Martin-Baker SRM Mk.4 με δυνατότητα ενεργοποίησης από μηδενικό ύψος και ταχύτητα, την τοποθέτηση νέων ασυρμάτων VHF, εκτοξευτών αναλωσίμων (παραπλανητικών φωτοβολίδων/αεροφύλλων) αλλά και την ικανότητα μεταφοράς των ισραηλινής σχεδίασης εξωτερικών δεξαμενών των 500 και 730 λίτρων. Οι μετασκευές επεκτάθηκαν σε όλο το στόλο, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών και των αναγνωριστικών. Την ίδια περίοδο υιοθετήθηκε και καμουφλάζ χαμηλής ορατότητας με δύο τόνους γκρι.

Με την έλευση των πρώτων F/A-18, η μακρά καριέρα των ελβετικών Mirage IIIS έφτασε στο τέλος της. Έτσι, στα τέλη του 1997 η Staffel 17 κηρύχθηκε επιχειρησιακή με το νέο τύπο, ενώ στις 29 Ιανουαρίου 1998 το ελβετικό υπουργείο Aμυνας αποφάσισε για λόγους οικονομίας να σταματήσει τη χρήση των 29 εναπομείναντων Mirage IIIS με το τέλος του 1999. Στις 22 Οκτωβρίου 1999, οργανώθηκε μια λαμπρή τελετή που έβαλε οριστικά τέλος στην επιχειρησιακή χρήση των ελβετικών αυτών μαχητικών. Κορυφαίο σημείο της εκδήλωσης υπήρξε η εμφάνιση στη βάση του Μποχ του ειδικά βαμμένου σε χρυσές αποχρώσεις αεροσκάφους J-2311 σαν υπενθύμιση των «Χρυσών Ημερών των Mirage», αλλά και της πτήσης σε σχηματισμό των 12 «ΙΙΙS», που αποσύρθηκαν αμέσως μετά. Στο μέλλον, η Staffel 16 θα περάσει στη χρήση F-5E, ενώ τα υπόλοιπα 16 αναγνωριστικά και τα εκπαιδευτικά θα συνεχίσουν να υπηρετούν μέχρι την εύρεση διάδοχης κατάστασης. Το πιθανότερο, πάντως, είναι ότι θα αποκτηθούν 8-12 νέα Hornet και ατρακτίδια αναγνώρισης για να καλύψουν και αυτό το ρόλο.

Έτσι, ύστερα από 35 χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, τα Mirage III αφήνουν την ελβετική αεράμυνα σε καλά χέρια και παίρνουν το δρόμο για τα αεροπορικά μουσεία.


Μοιραστείτε το άρθρο
  •  
  •  
  •  

8
Leave a Reply

avatar
  
smilegrinwinkmrgreenneutraltwistedarrowshockunamusedcooleviloopsrazzrollcryeeklolmadsadexclamationquestionideahmmbegwhewchucklesillyenvyshutmouth
5 Comment threads
3 Thread replies
0 Followers
 
Most reacted comment
Hottest comment thread
6 Comment authors
NikosΓΙΑΝΝΗΣ 1NikolaosantonisStamatis Recent comment authors

  Subscribe  
newest oldest most voted
Notify of
Episkeptis
Guest
Episkeptis

Ωραία όλα τα δελταπτερυγα Mirage… και λίγο ακατανόητη η Dassault να διακόψει την σειρά τους με το Mirage F1…

Stamatis
Guest
Stamatis

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της ιστορίας των ελβετικών Mirage, αν και αμφισβητούμενη (με.. άρωμα κατασκοπίας α λα 007), είναι και η παραλαβή των σχεδίων των κινητήρων Atar από έναν μηχανικό της ελβετικής υποκατασκευάστριας εταιρείας των κινητήρων… Βέβαια δεν σχετίζεται άμεσα με το άρθρο ή με τα Ελβετικά Mirage καθαυτά, αλλά πάλι….

Nikolaos
Guest
Nikolaos

Η υπόθεση του Ελβετού Alfred Frauenknecht, μεγαλύτερη μεταπολεμική υπόθεση κατασκοπείας στην Ελβετία και μια από τις μεγαλύτερες υποθέσεις αθέμιτης απόσπασης εμπορικών μυστικών/διανοητικής ιδιοκτησίας στα χρονικά, διδασκόμενη ακόμη και σήμερα στις νομικές σχολές. Ο μηχανικός Frauenknecht (1926-1991) είχε ανέλθει μέχρι τη θέση του εμπορικού πληρεξουσίου της ανώνυμης εταιρείας Sulzer AG, που παρήγε κατόπιν αδείας της SNECMA τους κινητήρες AtAR 9C των ελβετικών Mirage IIIS. Του ανετέθη η πυρπόληση αποσυρθέντων σχεδίων των κινητήρων μετά το πέρας της παραγωγής, αλλά αντ’ αυτού πυρπόλησε παλιές εφημερίδες, διέσωσε τα σχέδια και τα παρέδωσε στο Ισραήλ το 1968 έναντι $200.000 σε 24 κούτες συνολικού βάρους 2… Read more »

antonis
Guest
antonis

Ε, όχι και ακατανόητη. Οι πτέρυγες δέλτα είχαν και μειονεκτήματα που ξεπεράστηκαν μόνον με την τεχνολογία fly by wire.

ΓΙΑΝΝΗΣ 1
Guest
ΓΙΑΝΝΗΣ 1

Οι πλούσιοι Ελβετοί μετά δεν ξανα-αγόρασαν γαλλικά μαχητικά. Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Nikolaos
Guest
Nikolaos

Ποιος τους φταίει που θέλησαν να κάνουν το ταπεινό τριάρι μίνι F-106 (εντάξει, σχήμα λόγου …) και τους βγήκε ο κούκος αηδόνι; Όποιος εξελίσσει tailor-made μοντέλα ξέρει ότι το πράγμα γίνεται πιθάρι χωρίς πάτο … Κατά τα λοιπά το α/φ ήταν δημοφιλές στη Flugwaffe (και πού δεν ήταν όμως), αλλά δεν εξελίχθηκε κατά την υπηρεσία του (ίσως λόγω της ιδιαιτερότητας των αμερικάνικων αισθητήρων, ίσως λόγω δυσφορίας επειδή ήδη πολλά κονδύλια είχε απορροφήσει …).

ΓΙΑΝΝΗΣ 1
Guest
ΓΙΑΝΝΗΣ 1

Πέρα των πλούσιων Ελβετών είναι και άλλοι που αγόρασαν Mirage-3 και -5 αλλά που μετά δεν ξανα-αγόρασαν γαλλικά μαχητικά. Π.χ Βέλγοι, Αυστραλοί, Χιλιανοί κ.α.
Οι γάλλοι είναι ακριβοί και κακοί έμποροι.

Aκόμη και χώρες που είχαν αποφασίσει να αγοράσουν το Rafale, (π.χ Μαρόκο, Σαουδική Αραβία) στο τέλος οι γάλλοι ,,κατάφεραν,, με την εμπορική πολιτική τους, αυτές οι χώρες να μην το αγοράσουν.

Card image
Nikos
Guest
Nikos

Κάποια στιγμή γράψτε και την ιστορία της ακύρωσης αγοράς Α-7 από τους Ελβετούς μετά από παρέμβαση των Γάλλων, με αποτέλεσμα την αγορά μεταχειρισμένων Hunter…